ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Η “Παρισινή Κομμούνα” και η σύγχρονη αριστερά... (ΙΙ)

Πριν μερικές μέρες, με αφορμή τα 140 χρόνια από την Παρισινή Κομμούνα είχαμε δημοσιεύσει το κείμενο "Πόλεις και Επανάσταση : Η Κομμούνα του Παρισιού, 1871" από το βιβλίο “Τhe City and the Grassroots” του Manuel Castells, σε μετάφραση της Ελένη Πορτάλιου. Σήμερα δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα για το ίδιο θέμα από το βιβλίο του Alain Badiou Η κομμουνιστική υπόθεση” (Εκδόσεις Πατάκη, 2009)

Την ίδια εκείνη στιγμή ο Μαρξ πρότεινε έναν απολογισμό της Κομμούνας ο οποίος εγγράφεται εξολοκλήρου στο ζήτημα του κράτους. Κατά τη γνώμη του είναι η πρώτη περίπτωση στην ιστορία όπου το προλεταριάτο επωμίζεται τη μεταβατική λειτουργία της διεύθυνσης ή διοίκησης ολόκληρης της κοινωνίας. Από τις πρωτοβουλίες και τα αδιέξοδα της Κομμούνας συνάγει το συμπέρασμα ότι η κρατική μηχανή δεν πρέπει να «καταληφθεί» ή να «τεθεί υπό κατοχή» αλλά να συντριβεί.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι το κύριο ελάττωμα αυτής της ανάλυσης είναι πιθανώς το ότι υποθέτει πως το ζήτημα της εξουσίας βρίσκεται όντως στην ημερήσια διάταξη μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 1871. Εξ ου και οι επίμονες «κριτικές», που έγιναν μάλιστα κοινοί τόποι: αυτό που έλειπε στην Κομμούνα ήταν μια ικανότητα λήψης αποφάσεων. Αν είχε αμέσως κινηθεί εναντίον των Βερσαλλιών, αν είχε κατάσχει τον χρυσό της Τράπεζας της Γαλλίας... Κατά τη γνώμη μου, αυτά τα «αν» στερούνται πραγματικού περιεχομένου. Η Κομμούνα δεν είχε στην πραγματικότητα ούτε τα μέσα να ανταποκριθεί έμπρακτα σε αυτά τα ζητήματα, ούτε καν πιθανώς τα μέσα να τα σκεφτεί.

Στην πράξη ο απολογισμός του Marx είναι διφορούμενος. Αφενός πλέκει το εγκώμιο όλων όσοι φαίνονταν να κινούνται προς την κατεύθυνση της διάλυσης του κράτους και ειδικότερα του κράτους έθνους, θα αναφέρει σχετικά την απόρριψη κάθε επαγγελματικού στρατού προς όφελος του άμεσου εξοπλισμού του λαού· το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να είναι αιρετοί και ανακλητοί το τέλος του χωρισμού των εξουσιών προς όφελος μιας αρχής [instance] που θα ήταν άμεσα διαβουλευτική και συγχρόνως εκτελεστική· τον διεθνισμό (ο εντεταλμένος επί των οικονομικών της Κομμούνας ήταν Γερμανός, οι στρατιωτικοί διοικητές Πολωνοί κτλ.). Αφετέρου, ωστόσο, θεωρεί άξιες λύπησης ορισμένες ανικανότητες οι οποίες de facto είναι κρατικές ανικανότητες: η αδυναμία του στρατιωτικού συγκεντρωτισμού, η αδυναμία να προσδιοριστούν οι οικονομικές προτεραιότητες ή ακόμη και οι αδέξιοι χειρισμοί στο εθνικό ζήτημα, στο κάλεσμα προς τις άλλες πόλεις, σε όσα ελέχθησαν ή δεν ελέχθησαν για τον πόλεμο με την Πρωσία ή στο ζήτημα της συσπείρωσης των μαζών της υπαίθρου.

Είναι εντυπωσιακό να διαπιστώνουμε ότι είκοσι χρόνια αργότερα ο Ένγκελς, στον πρόλογο που έγραψε το 1891 για μια επανέκδοση του κειμένου του Μαρξ, τυποποιεί προς την ίδια κατεύθυνση τις αντιφάσεις της Κομμούνας. Δείχνει όντως ότι οι δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στο κίνημα του 1871, οι Προυντονιστές και οι Μπλανκιστές, τελικά έπραξαν τα αντίθετα από όσα απαιτούσε η ρητή τους ιδεολογία. Οι Μπλανκιστές ήσαν οπαδοί του συγκεντρωτισμού στον ύψιστο βαθμό, της ένοπλης συνωμοσίας με την οποία ένας μικρός αριθμός αποφασισμένων ατόμων παίρνουν στα χέρια τους την εξουσία και την ασκούν αυταρχικά προς όφελος της μάζας των εργατών. Κατέληξαν όμως να διακηρύξουν τη σύσταση μιας ελεύθερης ομοσπονδίας από όλες τις κομμούνες και την καταστροφή της κρατικής γραφειοκρατίας. Οι Προυντονιστές ήταν εχθρικοί απέναντι σε κάθε συλλογική οικειοποίηση των μέσων παραγωγής και υπερασπιστές της μικρής «αυτοδιαχειριζόμενης» επιχείρησης. Μολαταύτα, κατέληξαν να υποστηρίζουν το σχηματισμό τεράστιων εργατικών ενώσεων με στόχο την άμεση διεύθυνση της μεγάλης βιομηχανίας. Ο Ένγκελς συμπεραίνει με απόλυτα φυσικό τρόπο ότι η αδυναμία της Κομμούνας έγκειται στο ότι οι ιδεολογικές μορφές δεν ήσαν προσήκουσες στις κρατικές αποφάσεις. Και ότι ο απολογισμός αυτής της αντίθεσης είναι απλούστατα το τέλος του μπλανκισμού και του προυντονισμού προς όφελος του «μαρξισμού» και μόνον αυτού.

Όμως το ρεύμα που αντιπροσωπεύουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς το 1871, ή ακόμη και πολύ αργότερα, ως προς τι βρισκόταν σε προσήκουσα αντιστοιχία με την κατάσταση; Με ποια συμπληρωματικά μέσα θα είχε προικίσει την Κομμούνα η υποτιθέμενη ηγεμονία του;

Εν τοις πράγμασι τα διφορούμενα του απολογισμού του Μαρξ θα αρθούν, για πάνω από έναν αιώνα, από το σοσιαλδημοκρατικό σχήμα και έπειτα από τη λενινιστική του ριζοσπαστικοποίηση, δηλαδή από το θεμελιώδες μοτίβο του κόμματος.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Πειράματα αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης στη Λατινική Αμερική

 Συλλόγου Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου Αττικής
Λόντου 6 & Μεσολογγίου, Εξάρχεια
210-3820537, sylyp_vivliou@yahoo.gr, www.bookworker.gr
επειδή η γνώση είναι δύναμη στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, στον αγώνα για μια άλλη κοινωνία…
επειδή ως εργαζόμενοι έχουμε ανησυχίες, προβληματισμούς, ιδέες, οράματα…
επειδή ως βιβλιοϋπάλληλοι ζούμε τόσο κοντά στον κρυμμένο θησαυρό των τυπωμένων σελίδων…
επειδή ο ορίζοντας των συνδικάτων δεν σταματά στις οικονομικές και θεσμικές διεκδικήσεις…

Δευτέρα 21/3, 7.30 μ.μ.

ΘΕΜΑ: «Πειράματα αυτονομίας και αυτοδιαχείρισης στη Λατινική Αμερική»

εισηγητής: Σταύρος Σταυρίδης (πανεπιστημιακός, μέλος της Συντακτικής Ομάδας του περιοδικού "ΑΛΑΝΑ").

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Η “Παρισινή Κομμούνα” και η σύγχρονη αριστερά...



Σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου 1871, ξεσπά στο Παρίσι η εξέγερση και η προσπάθεια εγκαθίδρυσης της Παρισινής Κομμούνας. Η Παρισινή Κομμούνα περικλείει την “αρχή” και το “τέλος” του υπαρκτού κομμουνισμού: Η κυρίαρχη εκδοχή του κομμουνιστικού κινήματος - στα 140 χρόνια που μας χωρίζουν από την Παρισινή Κομμούνα – αποτελεί μια μια έμπρακτη προσπάθεια απάντησης στο βασικό πολιτικό ζήτημα που “δημιούργησε”: την δυνατότητα μιας ανεξάρτητης προλεταριακής πολιτικής. Ταυτόχρονα αποτέλεσε και μια ελλειπτική πραγμάτωση της υπέρβασης στην οποία απέβλεπε αυτή η πολιτική: Την άλλη κοινωνία που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό. Όπως έγραψε ο Φ. Φ. Ένγκελς, στην εικοστή επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, προλογίζοντας στο έργο του Κ. Μαρξ "Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία": “Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις: Δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριοι, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάξτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.”

Όμως, οι κομμουνιστές έπαψαν να ενδιαφέρονται πραγματικά για την πολιτική αξία αυτού του συμβάντος, από την στιγμή που κυριάρχησε η αντίληψη ότι η ήττα της Κομμούνας οφείλεται (ως προς τον υποκειμενικό παράγοντα) στο γεγονός ότι δεν υπήρχε το κομμουνιστικό κόμμα για να καθοδηγήσει με συνέπεια και στρατηγική τις λαϊκές μάζες τον ταξικό αγώνα. Μέσα στον ενάμιση περίπου αιώνα που πέρασε από τότε, οι κομμουνιστές απόκτησαν και το Κόμμα τους, και το Κράτος τους.

Στο τέλος της δεκαετίας του 60 του περασμένου αιώνα, μια άλλη κομμούνα, η κομμούνα της Σαγγάης αμφισβήτησε αυτό τον δρόμο. Όμως και αυτή δεν είχε καλύτερη μοίρα από την Παρισινή Κομμούνα. Σήμερα, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού “κομμουνισμού”, μπορούμε να αρχίσουμε να ψηλαφίζουμε αυτά τα πρωταρχικά ζητήματα που έθεσε η Παρισινή Κομμούνα μέσα από την εμπειρία της κομμουνιστικής περιπέτειας.

Προς αυτή την κατεύθυνση, δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο “Τhe City and the Grassroots” του Manuel Castells, που εκδόθηκε το 1983 που αναφέρεται στην Παρισινή Κομμούνα. Η σημασία του βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι δημιουργεί προβληματισμούς σε σχέση μερικά θέματα που θεωρούνται προφανή και αυταπόδεικτα στην κυρίαρχη κομμουνιστική παράδοση. Πολλές φορές τα πραγματικά προβλήματα βρίσκονται πίσω από προφάνειες που δεν τολμάμε να τις αγγίξουμε...

Πόλεις και Επανάσταση : 
Η Κομμούνα του Παρισιού, 1871
Μετάφραση της Ελένη Πορτάλιου

Εισαγωγή

Η Κομμούνα του Παρισιού έχει γενικά αντιμετωπιστεί, ιδιαίτερα στη μαρξιστική παράδοση, ως η πρώτη σημαντική προλεταριακή πολιτική εξέγερση. Για τον Λένιν, η εμπειρία της Κομμούνας κατέδειξε τη δυνατότητα ενός προσανατολισμένου πολιτικά κινήματος της εργατικής τάξης και την ανάγκη καταστροφής του αστικού κράτους για ν’ αντικατασταθεί, εάν η επανάσταση διαρκούσε, από ένα προλεταριακό κράτος. Υπάρχει, πράγματι, μια κλασική συζήτηση ανάμεσα στη λενινιστική άποψη και τη φιλελεύθερη ερμηνεία της Κομμούνας ή, με πιο γαλλικούς όρους, ανάμεσα στους Γιακωβίνους και τους Προυντονιστές. Ήταν η Κομμούνα μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης των ιδεωδών της δημοκρατίας όταν ήρθαν αντιμέτωπα με τη στρατιωτική ήττα του έθνους και την κατάρρευση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας; Ή ήταν, αντίθετα, μια πολιτική επανάσταση που προήγαγε το αίτημα για πολιτική ελευθερία σε μια νέα θεσμική οργάνωση βασισμένη στο σχέδιο μιας εθελοντικής ομοσπονδίας ελεύθερων κοινοτήτων; Τα ενδιαφέροντα της έρευνάς μας είναι κάπως διαφορετικά. Χωρίς να μπορούμε σ’ αυτό το κείμενο ή να επανασυστήσουμε ή να προσπελάσουμε μια τέτοια θεμελιακή συζήτηση, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή σε άλλα δυνατά ιστορικά νοήματα της Κομμούνας, μερικά από τα οποία είναι γεμάτα σημασία για την κατανόηση του αστικού προβλήματος.

Ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα να εξερευνήσουμε την υπόθεση που ετέθη από τον μεγάλο μαρξιστή φιλόσοφο Henry Lefebvre για την Κομμούνα ως αστική επανάσταση. Αν μια τέτοια ερμηνεία ήταν ορθή, η υπερβολική ώθηση της Κομμούνας πάνω στην πολιτική και την ιδεολογία του εργατικού κινήματος θα μπορούσε να είναι μια ένδειξη της ιστορικής σχέσης που εγκαθιδρύθηκε ανάμεσα στο αστικό πρόβλημα και το κοινωνικό κίνημα, που διατηρεί τον κύριο ρόλο στη διαδικασία της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης. Αντί να είναι μια καθυστερημένη συνέχεια της Γαλλικής Επανάστασης ή της αναγγελίας της επερχόμενης σοσιαλιστικής, η Κομμούνα θα μπορούσε, κάτω από αυτή την οπτική, να θεωρηθεί ως σημείο επαφής ανάμεσα στις αστικές αντιθέσεις και το εμφανιζόμενο εργατικό κίνημα, τόσο στις πιο αρχαϊκές πλευρές της (η επανάσταση των Ξεβράκωτων ενάντια στις αδικίες της εξουσίας) όσο και στα πιο προβλεπτικά του μέλλοντος θέματά της (η αυτοδιαχείριση της κοινωνίας). Αυτή η θεμελιώδης διάσταση της Κομμούνας, που ο Lefebvre έχει προβάλλει, έχει σε μεγάλο βαθμό απορριφθεί εξ’ αιτίας της πολιτικοποίησης της συζήτησης ανάμεσα στους μαρξιστές και τους φιλελεύθερους σε σχέση με το ιστορικό της νόημα. Ακόμα, η προσεκτική θεώρηση της μελέτης αυτής της διάστασης και η ιστορική μαρτυρία γι’ αυτή θα μπορούσαν ν’ αποδειχθούν εξαιρετικά βοηθητικά στην προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε τις μεταβαλλόμενες σχέσεις ανάμεσα στην πόλη, την κοινωνία και το κράτος.

Oι Kομμουνάροι

Ποιοι ήταν οι Kομμουνάροι. Ποια η κοινωνική σύνθεση της Kομμούνας (commune). Aπό πρώτη ματιά εμφανίζεται να είναι μια εργατική εξέγερση αντίθετα με την εξέγερση του 1848 ή την αντίσταση στο Coup d’ Etat (πραξικόπημα) του 1851. …O κομμουνάρος ήταν ένα μισθωτό πρόσωπο. Και αν οι υπάλληλοι ήταν ακόμα παρόντες μεταξύ των επαναστατών το 1871, τα ελεύθερα επαγγέλματα, οι εισοδηματίες, οι έμποροι, οι υπάλληλοι αριθμούσαν όλοι μαζί μόνο το 16 των ανθρώπων που συνελήφθησαν, ενώ ήταν 27 το 1851. Οι περισσότεροι κομμουνάροι ήταν χειρώνακτες εργάτες. Αλλά τί είδος εργατών; Eργάτες από βιομηχανικές δραστηριότητες και ιδιαίτερα από τη μεταλλουργία. Όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Μεταξύ των εξεγερμένων η πιο σημαντική ομάδα και η πιο υπεραντιπροσωπευόμενη, σε σχέση με τον ενεργό Παρισινό πληθυσμό ως σύνολο, ήταν οι εργάτες κατασκευών. Αυτοί ήταν οι αντιπρόσωποι της σύγχρονης βιομηχανίας. Εξέφραζαν τη φανταστική αστική ανάπτυξη και τις δραστηριότητες αστικής ανανέωσης στο Παρίσι στη διάρκεια της Δεύτερης Aυτοκρατορίας, κάτω από τη διεύθυνση του Haussmann, ενός από τους πιο φιλόδοξους πολεοδόμους στην ιστορία. …Συνεπώς, αν είναι αλήθεια ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κομμουνάρων ήταν εργάτες, οι περισσότεροι δεν ήταν βιομηχανικό προλεταριάτο, αλλά παραδοσιακοί τεχνίτες και εργάτες στις κατασκευές που συνδέονταν με την αστική ανάπτυξη.

Για να ολοκληρώσουμε το κοινωνικό προφίλ των κομμουνάρων, πρέπει να προσθέσουμε δύο σημαντικές παρατηρήσεις. Πρώτον, η μικροαστική τάξη αντιπροσωπεύει μια καθαρή μειοψηφία μεταξύ των εξεγερμένων, όχι όμως και μεταξύ των εκλεγμένων αντιπροσώπων της Kομμούνας: υπήρχαν μόνο 25 εργάτες μεταξύ των 90 αντιπροσώπων που εκλέχτηκαν στις δημοτικές εκλογές της επανάστασης στις 26 Mαρτίου 1871. Η μεγάλη πλειοψηφία της συνέλευσης σχηματίστηκε από “μικροαστούς”, υπαλλήλους, λογιστές, γιατρούς, δασκάλους, δικηγόρους και δημοσιογράφους. Ακόμα πιο σημαντικό, η πλειοψηφία των αξιωματικών και στελεχών της στρατιωτικής δύναμης της Kομμούνας, της Garde Nationale, αποτελείτο από υπαλλήλους, τυπογράφους και μικρούς εμπόρους. Για να συνοψίσουμε, οι δράστες της Kομμούνας ήταν μόνο ένα μικρό περιθωριακό τμήμα του βιομηχανικού προλεταριάτου. …Eπομένως ο χαρακτηρισμός της Kομμούνας ως προλεταριακής εξέγερσης είναι αμφίβολος. Αντίθετα, εμφανίζεται ως λαϊκή επανάσταση, πολύ περισσότερο λαϊκή από οποιαδήποτε άλλη Παρισινή επανάσταση. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το ότι δεν υπήρχε απολύτως καμμία συμμετοχή της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Ακόμα οι κομμουνάροι δεν ήταν οι Canuts de Lyon, πρωτομάρτυρες στο βιομηχανικό ταξικό αγώνα. Ήταν οι άνθρωποι της μεγάλης πόλης στη διαδικασία μετασχηματισμού και οι πολίτες μιας δημοκρατίας σε αναζήτηση των θεσμών της. Tελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η Kομμούνα ήταν αποφασιστικά μια δράση γυναικών. O Lissagaray, αυτόπτης μάρτυρας γράφει: “Oι γυναίκες ξεκίνησαν πρώτες όπως έκαναν και στη διάρκεια της επανάστασης. Οι γυναίκες της 18ης Mαρτίου, σκληραγωγημένες από τον πόλεμο στον οποίο είχαν διπλό μερίδιο δυστυχίας, δεν περίμεναν τους άνδρες τους”.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

ΛΙΒΥΗ: Ας μιλήσουμε ξεκάθαρα, τουλάχιστον εμείς

Αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ

Της Ροσάνα Ροσάντα

Όποιος είναι πιο μεγάλος στα χρόνια έχει δει περισσότερο πώς αλλάζουν οι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί δυνάμεων και έχει χρέος να τρέφει λιγότερες αυταπάτες. Και αν επιπλέον θεωρεί τον εαυτό του κομμουνιστή, έχει χρέος να προσανατολίζεται ανάλογα με τις αρχές του, ακριβώς όταν γκρεμίζονται ισορροπίες και συμφέροντα.

Το Μανιφέστο δεν καταφέρνει να πει ότι η Λιβύη του Καντάφι δεν είναι ούτε μια δημοκρατία ούτε ένα προοδευτικό κράτος, και ότι η τρέχουσα απόπειρα εξέγερσης αντιτίθεται σε ένα οικογενειακό κλαν του οποίου ευχόμαστε την πτώση. Γιατί τόση προσοχή εκ μέρους μιας εφημερίδας που δε δίστασε να υποστηρίξει, μέχρι σήμερα, ακόμη και τις πιο μειοψηφικές -αλλά άξιες υποστήριξης-υποθέσεις; Δεν είναι άξιο υποστήριξης το γεγονός ότι ο κόσμος εξεγείρεται ενάντια σε μια εξουσία, που εδώ και σαράντα χρόνια, επειδή έριξε το 1969 μια μοναρχία ανδρείκελο, του αρνείται κάθε μορφή ανησυχίας και ελέγχου; Δεν τελείωσαν οι προοδευτικές αυταπάτες που πολλοί από μας, τρέφαμε στη δεκαετία του εξήντα και του εβδομήντα; Δεν είναι φανερό ότι εκφυλίστηκαν σε αυταρχικές εξουσίες; Νομίζουμε ακόμη ότι η διαχείριση του πετρελαίου και της διεθνούς θέσης της χώρας μπορεί να μείνει στα χέρια μιας επίφασης κράτους, που δεν έχει ούτε έναν στοιχειώδη διαχωρισμό των εξουσιών και ταυτίζεται με μια οικογένεια;

Πρότεινα αυτά τα ερωτήματα στο Μανιφέστο της 24ης Φεβρουαρίου, χωρίς να πάρω απάντηση. Δεν είναι απάντηση η νοσταλγία κάποιων από μας για μια εποχή που έλπιζε σε έναν τρίτο δρόμο μέσα από τις στενωπούς του ψυχρού πολέμου. Ούτε η νοσταλγία είναι η αναπόφευκτη μοίρα των ηλικιωμένων. Όποιος είναι πιο μεγάλος στα χρόνια έχει δει περισσότερο πώς αλλάζουν οι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί δυνάμεων και έχει χρέος να τρέφει λιγότερες αυταπάτες. Και αν επιπλέον θεωρεί τον εαυτό του κομμουνιστή, έχει χρέος να προσανατολίζεται ανάλογα με τις αρχές του, ακριβώς όταν γκρεμίζονται ισορροπίες και συμφέροντα.

Δεν είμαστε μόνο εμείς, το Μανιφέστο, που έχουμε χάσει το μπούσουλα μπροστά στα κινήματα της νότιας όχθης της Μεσογείου. Η γαλλική κυβέρνηση έκανε χειρότερα. Η ιταλική παρέδωσε στη λιβυκή κυβέρνηση τους μετανάστες που προσπαθούσαν να αποβιβαστούν στη Λαμπεντούζα και τα ίχνη τους χάθηκαν. Η Ευρώπη, πεπεισμένη μέχρι χθες ότι Άραβας σημαίνει ισλαμιστής και συνεπώς τρομοκράτης, πρώτα στήριξε κάποιους υποτιθέμενους κοσμικούς τυράννους –ο Καντάφι παίζει ακόμα αυτό το χαρτί- μετά καθησυχάστηκε βλέποντας τις πλατείες της Τυνησίας και του Καΐρου φίσκα από μη βίαια πλήθη, υποδέχτηκε με ευχαρίστηση τη στήριξή τους από τον τυνησιακό και αιγυπτιακό στρατό, και φοβάται μόνο μια εισβολή προσφύγων.

Όμως η Λιβύη δεν είναι Αίγυπτος ούτε Τυνησία. Ο στρατός έμεινε με το μέρος της εξουσίας και η κατάσταση έγινε ξαφνικά δραματική. Μα όποιος –εκτός κι αν έχει τη στενομυαλιά του Καντάφι- είναι υπεύθυνος που η αντιπολίτευση έγινε σκληρή, διασπά την Κυρηναϊκή, αναζητά όπλα και η σύγκρουση γίνεται εμφύλιος πόλεμος; Ανάμεσα σε δυνάμεις και όπλα εντελώς δυσανάλογα; Και ποιος πρέπει να τον καταγγείλει αν όχι εμείς; Ποιος, αν όχι εμείς, πρέπει να αποδεσμευτεί από το δίλημμα ή θα αφήσεις να σε βομβαρδίσω ή στην ουσία θα προκαλέσεις έναν τρίτο «ανθρωπιστικό πόλεμο», μιας που οι ΗΠΑ άλλο που δε θέλουν; Μου φαίνεται ότι χάθηκε η ικανότητά μας να σκεφτόμαστε λογικά. Η αριστερά δεν μπορεί να κάνει πολλά. Το Μανιφέστο, έτσι όπως πάει να σωθεί το καντηλάκι μας, δεν μπορεί να κάνει τίποτα, πέρα από το να υψώσει τη φωνή του ξεκάθαρα και χωρίς ασάφειες. Υπάρχει ένας τεράστιος χώρος που παλεύει, μέσα σε μια δύσκολη, άγουρη χειραφέτηση, που χρειάζεται να αποκτήσει ένα σχέδιο –δε λέω ότι πρέπει να οργανώσουμε Διεθνείς Ταξιαρχίες, αλλά με εντυπωσιάζει που κανείς δεν έχει διάθεση να προσφέρει μια βοήθεια σ’ αυτόν το λαό. Θυμάστε τα νεανικά τρεχαλητά της δεκαετίας εξήντα και εβδομήντα στο Παρίσι, στη Λισσαβώνα, στη Μαδρίτη και στη Βαρκελώνη; Στην άλλη πλευρά της Μεσογείου κανείς δε βιάζεται να πάει, εκτός από τα ταξιδιωτικά γραφεία που ανυπομονούν να τελειώσει γρήγορα αυτή η ιστορία. Τουλάχιστον δε θα έπρεπε να διστάζουμε σε ποιον θα δώσουμε τη συμπάθεια και την ενθάρρυνσή μας. Όχι εμείς.

Μανιφέστο, 9 Μαρτίου 2011
Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς

Πρώτος ήταν ο Ικαρος...

Του Γιώργου Πρασσά

Control room at Chernobyl's Reactor No. 4
Αν για τους κυβερνώντες τα πάντα ήταν ζήτημα ισορροπιών, για τους «ορθόδοξους» κομμουνιστές το ατύχημα του Τσερνομπίλ ισοδυναμούσε με δοκιμασία της πίστης τους στην ανθρώπινη πρόοδο. Και πολύ λογικά, αφού ήδη από τη δεκαετία του '50 η γοητεία του σοβιετικού μοντέλου στηριζόταν όλο και λιγότερο στη μαρξιστική «κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών» και περισσότερο στην αίγλη της «σοσιαλιστικής τεχνολογίας», όπως αυτή αποτυπώθηκε στις διαστημικές επιτυχίες του Σπούτνικ και του Γκαγκάριν.

Αυτονόητη θεωρήθηκε έτσι η υπεράσπιση της πυρηνικής ενέργειας ως συνώνυμου της προόδου. «Η επιστημονικοτεχνική επανάσταση, σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στην ατομική επιστήμη και τεχνική», διαβάζουμε σε άρθρο της «Πράβδα» που αναδημοσίευσε ο «Ριζοσπάστης» (22.5.86). «Η 30άχρονη και πάνω πείρα αξιοποίησης της ατομικής ενέργειας κατέδειξε την αναγκαιότητα και την ασφάλειά της. Αλλά στην εφαρμογή της κάθε νέας και περισσότερο πολύπλοκης τεχνικής κανένας δεν μπορεί να μιλά για απόλυτη σιγουριά και ασφάλεια. Η ανθρωπότητα είναι υποχρεωμένη να πληρώνει ακριβά το τίμημα για την τεχνική πρόοδο».

Αυτονόητη και η προσαρμογή της γραμμής στις τοπικές συνθήκες. «Πρώτος ήταν ο Ικαρος. Γιατί οι σοφοί αρχαίοι Ελληνες είχαν καταλάβει: η πρόοδος απαιτεί και θυσίες» («Ριζοσπάστης» 11.5.86).

"...τις τρεις τελευταίες μέρες διαβάζω συνεχώς διάφορους ειδικούς που διαβεβαιώνουν πως αυτό δεν είναι ένα νέο τσερνόμπιλ διότι εμείς οι δυτικοί είμαστε πολύ γαμάουα τύποι..."
να ωραίο ξεβράκωμα της αγοραίας αντίληψης για την ασφάλεια της πυρηνικής ενέργειας και των τρεφόμενων από αυτήν επιστημόνων, εδώ: Ξερόλας εναντίον γκοτζίλα, εναντίον γιγάντιου χταποδιού

"...Η έντονη σεισμικότητα της Ελλάδος πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη σε κάθε προγραμματισμό και σχεδιασμό πυρηνικών εργοστασίων, δεν αποτελεί όμως αποτρεπτικό παράγοντα. Υπάρχουν δεκάδες πυρηνικών εργοστασίων σε σαφώς σεισμικές περιοχές (π.χ. στην Καλιφόρνια και Ιαπωνία) χωρίςκανένα σοβαρό πρόβλημα..."

ΥΓ. Την ίδια στιγμή, που ο εκλεκτός των αντιιμπεριαλιστών και της Μέρκελ δικτάτορας προελαύνει προς την Βεγγάζη: aljazeera -spotlight/libya/  και  οι σαουδάραβες επεμβαίνουν στις διαδηλώσεις του Μπαχρέινaljazeera -/news/middleeast/


Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Οι ομιλίες από την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Ψαρρά «Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη» στην αίθουσα της Ε.Σ.Η.Ε.Α (15-03-11)

Την Τρίτη 15 Μαρτίου 2011, στις 7.00 μ.μ. στην αίθουσα της Ε.Σ.Η.Ε.Α έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του του Δημήτρη Ψαρρά, "Το κρυφό χέρι του Καρατζαφέρη - Η τηλεοπτική αναγέννηση της ελληνικής Ακροδεξιάς".

Τη συζήτηση συντόνιζε ο Δημήτρης Χριστόπουλος, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Στην εκδήλωση μίλησαν:  
Βασιλική Γεωργιάδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Θάλεια Δραγώνα Καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών
Θανάσης Κούρκουλας Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό
Νίκος Φίλης Διευθυντής της εφημερίδας Αυγή

Τελευταίος μίλησε ο Δημήτρης Ψαρράς συγγραφέας του βιβλίου, ο οποίος, όπως τόνισε και ο συντονιστής , σπάνια μας κάνει την τιμή να μιλάει σε δημόσιες εκδηλώσεις:

Από τους προσκεκλημένους, τελευταίος μίλησε ο Α. Αλαβάνος. Εκτός των άλλων απάντησε - εμμέσως αλλά σαφώς - στον Ν. Φίλη, ο οποίος στην ομιλία του επανέλαβε την θέση που είχε προβάλει και σε άρθρο του στην Αυγή, σύμφωνα με την οποία η δήλωση του Α. Αλαβάνου "να κάνουμε την πλατεία συντάγματος πλατεία Ταχίρ" είναι λαϊκισμός.

Όλες οι ομιλίες εδώ, με αντίστροφή σειρά από αυτή της εκδήλωσης:


Μια αναλυτική καταγραφή δημοσιεύσεων σχετικών με το βιβλίο με κριτικές και παρουσιάσεις, αλλά και τις αντιδράσεις των "άμεσα ενδιαφερομένων" θα τα βρείτε εδώ:

ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ