ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Enzo Τraverso: η Αριστερά είναι μια ιστορία από ήττες!




Δυο εκτενή αποσπάσματα από συνεντεύξεις του Enzo Τraverso, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αναζήτηση της Αριστεράς του 21 αιώνα

Απόσπασμα από συνέντευξη στην στη Σόνια Φορ

Αλλά η Κομμούνα ήταν επίσης και μια ήττα. Μπορεί η Αριστερά ποτέ να εμπνευστεί από κάτι άλλο πέρα από αποτυχίες;

Μα η Αριστερά είναι μια ιστορία από ήττες! Και ακόμα και όταν οι επαναστάτες κατάφερναν να ανατρέψουν τις κάθε φορά αναγνωρισμένες εξουσίες, τα πράγματα σχεδόν πάντα πήγαιναν άσχημα. Γι’ αυτό η μελαγχολία είναι μια θεμελιώδης διάσταση της αριστερής κουλτούρας. Και για μεγάλο διάστημα απωθούνταν από τη διαλεκτική θέαση της ιστορίας. Όσο επώδυνες και αν ήταν οι ήττες, ποτέ δεν αμφισβητούσαν την ιδέα ότι ο σοσιαλισμός ήταν ο αναπόφευκτος ορίζοντας. Η Ιστορία μας ανήκε. Αυτό μας επέτρεπε να ξεπερνάμε τις ήττες. Σήμερα αυτοί οι πόροι έχουν εξαντληθεί και η αριστερή μελαγχολία επιστρέφει στο φως της μέρας. Αυτή είναι μια κρυφή παράδοση που βρίσκουμε ήδη στα απομνημονεύματα της Λουίς Μισέλ, στα κείμενα της Ρόζας Λούξεμπουργκ την παραμονή της δολοφονίας της ή στο Μια κηδεία στην Ορνάνς (Un Enterrement à Ornans), του Γκυστάβ Κουρμπέ, μια εκπληκτική αναλογία για την επανάσταση του 1848, μέσω μια κηδείας. Αυτή ήταν μια παρηγορητική μελαγχολία, αδιαχώριστη από την ελπίδα, η οποία μπορούσε ακόμη και να ενδυναμώσει τις πεποιθήσεις τους.

Πως μπορεί αυτή η μελαγχολία να είναι εμπνευστική και όχι μόνο αιτία παραίτησης;

Υπάρχει μια φροϋδική οπτική της μελαγχολίας που τείνουμε να απλοποιούμε. Η μελαγχολία εκλαμβάνεται ως παθολογική απώλεια, ως μια αδυναμία να διαχωριστεί κάποιος από το αγαπημένο και εκπλίπον αντικείμενο, και ως ένα εμπόδιο για να προχωρήσεις μπροστά. Αντιθέτως, εγώ πιστεύω ότι η μελαγχολία μπορεί να είναι μια μορφή αντίστασης, η οποία τροφοδοτείται από μια αντανακλαστική ευαισθησία. Για τον Κόσελεκ, η ιστορία που γράφεται από τον ηττημένο είναι μια κριτική ιστορία, ως αντίθεση στην απολογητική ιστορία των νικητών. Η μελαγχολία είναι πηγή γνώσης, κατανόησης και μεσολάβησης στο παρόν. Στην Αριστερά υπάρχει κάποιες φορές η τάση να λέμε «πρέπει να ξεκινήσουμε τα πάντα από το μηδέν». Αυτή η έλλειψη μνήμης μας κάνει αδύναμους. Ένα πράγμα ήταν το να εφεύρεις το σοσιαλισμό στον δέκατο ένατο αιώνα, αλλά είναι περίπου άλλο πράγμα να τον επανεφεύρεις στην αρχή του εικοστού πρώτου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Και τα νέα αριστερά κινήματα δεν καταφέρνουν να έρθουν σε σύγκλιση…

Η σύνδεση συνήθως γινόταν μέσω πολιτικών μηχανισμών. Το 1968 υπήρξε μια αντικειμενική σύγκλιση ανάμεσα στα οδοφράγματα του Παρισιού, της Άνοιξης της Πράγας και της επίθεσης του Τετ στο Βιετνάμ, ακόμη και όταν οι δρώντες σε αυτά τα κινήματα δεν είχαν καθόλου εμπειρίες διαλόγου με τους άλλους. Σήμερα, οι ακτιβιστές στο Κάιρο, την Ιστανμπούλ και τη Νέα Υόρκη μπορούν να έχουν ανταλλαγές μεταξύ τους, και ακόμη το κάνουν αυτό αυθόρμητα. Αλλά υπάρχει τέτοια πολιτισμική διαφοροποίηση (σε σύγκριση με το 1968)… Στη δεκαετία του 1960 μια κοινή κριτική σκέψη εξέθρεψε τους κοινωνικούς αγώνες. Ό,τι έγραφε ο Σάτρ διαβαζόταν στην Ασία και την Αφρική. Σήμερα τα ονόματα των σπουδαίων κριτικών μορφών της μετα-αποικιοκρατίας δεν σημαίνουν τίποτα στους δρώντες της Αραβικής Άνοιξης. Η επανεφεύρευση του υλικού που συμπλέκει μια παγκόσμια εναλλακτική κουλτούρα δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα.

Τα κόμματα της ακροδεξιάς ξέρουν πώς να νικούν. Τα ομαδοποιείς υπό τον όρο «μετα-φασισμός». Για ποιο λόγο;

Η σύλληψη του «μετα-φασισμού» ενδιαφέρεται να αδράξει μια μεταβατική διαδικασία. Μας βοηθά να αναλύσουμε αυτές τις νέες σύγχρονες δυνάμεις στη Δεξιά, οι οποίες συνιστούν ένα μεταβαλλόμενο, ετερογενές φαινόμενο, στο μέσον της μετάλλαξής τους. Μερικές από αυτές είναι περιπτώσεις νέο-φασισμού, όπως το Jobbik στην Ουγγαρία ή η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, ενώ άλλες όπως το Εθνικό Μέτωπο (Γαλλία) έχουν αρχίσει μια μεταμόρφωση. Τα περισσότερα από αυτά τα κόμματα έχουν μια ιστορική φασιστική μήτρα. Αυτό ισχύει και για το Εθνικό Μέτωπο, κατά τη γνώμη μου. Όμως το υπάρχον Εθνικό Μέτωπο δεν μπορεί πλέον να κατηγορείται για φασισμό. Η ρητορική της αρχηγού του έχει γίνει ρεπουμπλικανική. Όσο για τον Τραμπ, είναι ένας μετα-φασίστας ηγέτης χωρίς φασισμό. Είναι ο ιδεότυπος της αυταρχικής προσωπικότητας, όπως ο Αντόρνο την όρισε το 1950. Πολλές από τις δημόσιες δηλώσεις του μας θυμίζουν επίσης φασιστικό αντισημιτισμό: οι αρετές ενός λαού ριζωμένου σε μια επικράτεια, ως αντίθεση στις χωρίς ρίζες, διανοούμενες, κοσμοπολίτικες εβραϊκές ελίτ (η οικονομία της Wall Street, τα ΜΜΕ της Νέας Υόρκης, η διαφθορά των πολιτικών της Ουάσινγκτον). Αλλά το πρόγραμμά του απέχει πολύ από τον κρατισμό και επεκτατισμό των κομμάτων της ακροδεξιάς της δεκαετίας του 1930. Κυρίως, δεν έχει φασιστικό κίνημα πίσω του.

Γιατί να μην μιλήσουμε για λαϊκιστικά κινήματα;

Είμαι πολύ επιφυλακτικός με την ιδέα του «λαϊκισμού» –που θα μπορούσε να σημαίνει μια μορφή αντι-πολιτικής– εφόσον η κοινή χρήση αυτού του όρου συνενώνει αντίθετες πολιτικές ιδεολογίες σε μια. Για τους περισσότερους σχολιαστές, λαϊκισμός είναι τόσο το Κίνημα 5 Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο και η Λίγκα του Βορρά, η Μαρίν Λε Πεν και ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο Τράμπ, και ο Σάντερς.

Το κίνημα των Podemos έχει ταυτιστεί με τη λέξη «λαϊκισμός»…

Στις ισπανόφωνες χώρες ο λαϊκισμός, ως δάνειο από την ιστορία της λατινοαμερικάνικης Αριστεράς, αποκτά ένα διαφορετικό νόημα: δηλαδή, αυτό της επανενσωμάτωσης των λαϊκών κοινωνικών τάξεων σε ένα πολιτικό σύστημα που τις αποκλείει. Από τη σκοπιά των Podemos, ο λαϊκισμός θα του επιτρέψει να υπερβεί μια ξεπερασμένη διαίρεση Αριστεράς-Δεξιάς. Αυτή η λέξη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τον ίδιο τρόπο πουθενά αλλού στην Ευρώπη. Ο λαϊκισμός των μετα-φασιστικών κινημάτων δεν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα να ενώσει τις μάζες ενάντια στις ελίτ, αλλά στη βάση του αποκλεισμού: του αποκλεισμού των μειονοτήτων με παρελθόν μετανάστευσης. Αυτό σημαίνει να ανασυντάσσουν το λαό αποκλείοντας μέρος αυτού.

Η λέξη «λαϊκισμός» λέει περισσότερα για εκείνον που τη χρησιμοποιεί παρά για εκείνον που την ορίζει;

Αυτό είναι ένα κόλπο που προσπαθεί να αποφύγει κάθε ερώτηση σχετικά με τις αιτίες του λαϊκισμού. Γιατί τα κινήματα που χρησιμοποιούν δημαγωγία και ψέματα ανεβαίνουν τόσο γρήγορα; Καταλαμβάνουν το κενό που δημιουργείται από όσους βρίσκονται στην εξουσία. Η άρνηση της πολιτικής βρέθηκε στο απόγειο της στο τέλος του εικοστού αιώνα, όταν η πολιτική άδειασε εσωτερικά από την ιδεολογική της ουσία, για να γίνει αντ’ αυτού μια καθαρή και απλή διαχείριση της εξουσίας. Αυτή είναι η απομείωση της πολιτικής στο επίπεδο του «πολιτικαντισμού». Στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων όλες οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης έχουν ζήσει κυβερνητικές αλλαγές, αλλά χωρίς να έχει καταστεί δυνατό να γίνουν ξεκάθαρα σαφείς οι διαφορές, για παράδειγμα σε σχέση με την οικονομική πολιτική. Αυτή η σύλληψη της πολιτικής μπορεί μόνο να δημιουργήσει αντίθεση, και ελλείψει των «οριζόντων προσδοκίας» και αριστερών ουτοπιών, είναι τα μετα-φασιστικά κόμματα που έχουν καταλάβει αυτό το χώρο. Και έχουν μακρά εμπειρία στην απόρριψη θεσμών!

Γράφεις πως στο μετα-φασιστικό λόγο, η «εθνική ταυτότητα» έχει αντικαταστήσει το «έθνος»…

Το έθνος είναι μια ιστορικά ορισμένη μορφή: ο καθένας μπορεί σήμερα να έχει εμπειρίες από το παγκόσμιο επίπεδο. Στην περίοδο του φασισμού, ο εθνικισμός ήταν επιθετικός και προχωρούσε μέσω του μιλιταριστικού επεκτατισμού και των εδαφικών και αποικιακών κατακτήσεων. Οι δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Δεξιάς σήμερα αναγνωρίζουν εμμέσως πόσο αρχαϊκός είναι αυτός ο λόγος. Η ξενοφοβία τους στοχεύει μειονότητες μετα-αποικιακής καταγωγής, όχι άλλα έθνη. Όλες τους επίσης αποδέχονται πως δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο έθνος-κράτος έτσι όπως αυτό υπήρχε. Στο επίπεδο της εκφώνησης το έθνος τώρα έχει πλέον μετασχηματιστεί σε «εθνική ταυτότητα».

Μια από τις ιδιαιτερότητες του μετα-φασισμού, μας λες, είναι πως δεν γνωρίζουμε το δρόμο εξόδου από αυτόν…

Ο μετα-φασισμός έχει ένα κυμαινόμενο, ασταθές και κάποιες φορές αντιφατικό ιδεολογικό περιεχόμενο… Δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί. Το Εθνικό Μέτωπο σήμερα ενδιαφέρεται να συστηθεί ως μια «κανονική» πολιτική αλλαγή, μια εναλλακτική κυβέρνηση, παρά ως μια ανατρεπτική δύναμη. Αλλά αν η Ευρωπαϊκή Ένωση επρόκειτο να καταρρεύσει αύριο, και αν η οικονομική κρίση συνέχιζε σε όλη την ήπειρο, σε κλίμα βαθιάς πολιτικής αστάθειας, μετα-φασιστικά κόμματα όπως το Εθνικό Μέτωπο θα μπορούσαν να ριζοσπαστικοποιηθούν, ή ακόμη και να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά του νεο-φασισμού…




Ολοκληρωτισμός είναι σήμερα ο νεοφιλελευθερισμός

Απόσπασμα από συνέντευξη στη Δέσποινα Λαλάκη


Αναζητώντας τις ρίζες των ολοκληρωτικών ιδεών, πόσο πίσω μπορούμε άραγε να πάμε; Ο Καρλ Πόπερ, για παράδειγμα, εντοπίζει τα ίχνη ενός πρωτο-ολοκληρωτισμού στον Πλάτωνα. Οι Μαξ Χορκχάιμερ και Τεοντόρ Αντόρνο, από την άλλη, βρίσκουν τις ρίζες αυτές στο πάθος του Διαφωτισμού για τον εργαλειακό λόγο και την τεχνολογία.

Είμαι ιδιαίτερα σκεπτικός όσον αφορά τη θεωρία του Πόπερ για τον ολοκληρωτισμό: η φιλοσοφική γενεαλογία που σχεδίασε στο έργο Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της, όπου προτείνει ένα είδος γραμμικής εξέλιξης, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Χίτλερ, περνώντας από τους Χέγκελ και Μαρξ, είχε έναν πολύ απλό στόχο: να παρουσιάσει τόσο τον ολοκληρωτισμό όσο και τον φιλελευθερισμό ως δύο αιώνιες, διαχρονικές κατηγορίες, που δεν ανήκουν στην ιστορία αλλά στο ίδιο το ανθρώπινο είδος. Η θεωρία του ολοκληρωτισμού του Πόπερ ήταν η φιλοσοφική εκδοχή της στρατηγικής ανοσοποίησης της Δύσης, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.

Η θεώρηση των Χορκχάιμερ και Αντόρνο για τον ναζισμό αμφισβήτησε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του δυτικού πολιτισμού, σχεδιάζοντας μια άλλη γραμμική διαδρομή, από την Αρχαιότητα ως τον εικοστό αιώνα. Στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, υιοθέτησαν ένα είδος εγελιανής τελεολογίας, προϊόν της οποίας ήταν ο θρίαμβος του απόλυτου πνεύματος ως ολοκληρωτισμού: η στροφή από τον χειραφετητικό λόγο στην εργαλειακή ορθολογικότητα. Η κριτική δυναμική μιας τέτοιας προσέγγισης είναι προφανής —ιδιαίτερα όταν θυμόμαστε ότι ο αντιφασισμός είδε τον Ναζισμό ως έκπτωση του πολιτισμού σε βαρβαρότητα και θεώρησε το κίνημα της Αντίστασης ως εκδίκηση του Διαφωτισμού. Η ίδια, ωστόσο, προσέγγιση είναι επίσης απο-ιστορικοποιημένη.

Σε κάθε περίπτωση, οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο είδαν τον ολοκληρωτισμό ως αναπόφευκτο πεπρωμένο της νεωτερικότητας, υιοθετώντας μια στάση κριτικού στοχασμού χωρίς καμιά πολιτική δέσμευση —κι από αυτή τη σκοπιά πρέπει να τους διακρίνει κανείς από τους άλλους στοχαστές της Σχολής της Φραγκφούρτης, όπως ο Μπένγιαμιν ή ο Μαρκούζε.

Οι Ρίζες του Ολοκληρωτισμού, της Χάνα Άρεντ, έργο που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1951, αποκτά τελευταία καινούριο ενδιαφέρον. Πέρσι το Γενάρη, για παράδειγμα, τις μέρες που ο Ντόναλντ Τραμπ αναλάμβανε τα νέα του καθήκοντα, τα βιβλία σχεδόν εξαντλήθηκαν στο Αmazon. Μολονότι εξετάζει τον ναζισμό και τον σταλινισμό, η Άρεντ επιχειρεί να καταλάβει τον ολοκληρωτισμό ως καινούργια μορφή κινητοποίησης και γενοκτονικής δικτατορίας που καταλήγει στο σύστημα της συγκέντρωσης πληθυσμών και των στρατοπέδων θανάτου. Πιστεύετε ότι ο απολογισμός της παραμένει χρήσιμος στη δική μας προσπάθεια να καταλάβουμε σύγχρονα πολιτικά φαινόμενα;

Όταν η Άρεντ έγραψε το βιβλίο της, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά, τόσο ο ναζισμός όσο και ο σταλινισμός ήταν πολιτικά φαινόμενα του παρόντος –όχι ακόμα αντικείμενα της ιστοριογραφίας. Η Άρεντ δεν ήταν ιστορικός και, από ιστορική σκοπιά, το βιβλίο της είναι εξαιρετικά προβληματικό: δεν διακρίνει με σαφήνεια ανάμεσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, παρουσιάζει μια γενεαλογία του ολοκληρωτισμού —αντισημιτισμός, αποικιοκρατία, ολική εξουσία— που σαφώς δεν ταιριάζει στην ιστορία του σταλινισμού κ.ο.κ. Η ίδια, ωστόσο, δίνει έμφαση στον ιστορικό πρωτότυπο χαρακτήρα του ολοκληρωτισμού: ο εικοστός αιώνας βίωσε ένα νέο σύστημα εξουσίας, σκοπός του οποίου ήταν η καταστροφή της ίδιας της πολιτικής, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, ο ολοκληρωτισμός είναι μια προσπάθεια οικοδόμησης μιας μονολιθικής, ομογενοποιημένης κοινότητας, στην οποία κάθε μορφή πολλαπλότητας και διαίρεσης του κοινωνικού σώματος εξαφανίζεται. Σύμφωνα με την Άρεντ, η πολιτική δεν είναι μια οντολογική κατηγορία. Είναι μάλλον το θεμέλιο (infra), ένας χώρος αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτών, πολύ διαφορετικών ανθρώπων, που ωστόσο μοιράζονται ως ίσοι μια κοινή πολιτική σφαίρα. Μου φαίνεται ότι ένας τέτοιος ορισμός του ολοκληρωτισμού, ως εμπειρίας καταστροφής της πολιτικής, έχει αξία να διασωθεί και να επισημανθεί. Σε μια τέτοια σύλληψη, ο ολοκληρωτισμός, ένα σύστημα ολικής, καταιγιστικής κρατικής εξουσίας, είναι με σαφήνεια στον αντίποδα του κομμουνισμού –μιας κοινότητας ελεύθερων και ίσων ανθρώπων χωρίς τάξεις και κράτος.

Είναι προφανές ότι, σε κάθε προσπάθεια να καταλάβουμε καλύτερα τον ολοκληρωτισμό, αυτό που κυριαρχεί είναι η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο. Είναι παρόλα αυτά εφικτό, ή το θεωρείτε χρήσιμο να ξεχωρίσουμε κάποια από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του; Θα είχε αξία, έστω και για τους σκοπούς της έρευνας, να μιλήσουμε για κάποιον ιδεότυπο ολοκληρωτισμού;

Πολλοί ακαδημαϊκοί προσπάθησαν να οικοδομήσουν έναν ολοκληρωτικό «ιδεότυπο». Σύμφωνα με τους Καρλ Φρίντριχ (Carl Friedrich) και Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι (Zbigniew Brzezinski), συγγραφείς, στη δεκαετία του ’50, ενός πολύ πετυχημένου ορισμού, ο ολοκληρωτισμός είναι ένα σύστημα που συνδυάζει διαφορετικά στοιχεία: την καταπάτηση συνταγματικών δικαιωμάτων, την κατάργηση του πλουραλισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ένα μονοκομματικό σύστημα, μια χαρισματική ηγεσία, μια επίσημη ιδεολογία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το προσόν ενός τέτοιου ιδεότυπου είναι η ικανότητά του να συμπεριλαμβάνει τόσο τον ναζισμό όσο και τον σταλινισμό. Αν, ωστόσο, υιοθετήσουμε τον ορισμό της Άρεντ για τον ολοκληρωτισμό, ως σύστημα που καταστρέφει την πολιτική, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο ολοκληρωτισμός μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, χωρίς να αποκρυσταλλώνεται σε «ιδεότυπους». Στην προοπτική αυτή, ο ολοκληρωτισμός δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις εκδοχές του εικοστού αιώνα. Ένας απόλυτα πραγμοποιημένος κόσμος, στον οποίο όλες οι ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις παίρνουν τη μορφή εμπορεύματος, στον οποίο η αγορά γίνεται ένα καθολικό ανθρωπολογικό πρότυπο και οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να συλλάβουν τις σχέσεις τους έξω από τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό –ένας τέτοιος κόσμος θα ήταν ολοκληρωτικός. Παραδόξως, μια νέα μορφή νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού έρχεται στην επιφάνεια, ενδεδυμένη τον μανδύα του αντιολοκληρωτισμού (θέτοντας την αγορά και τον ατομικισμό ως σύμβολα ελευθερίας ενάντια στον φυλετικό και ταξικό κολεκτιβισμό).

Η γερμανική «Συντηρητική Επανάσταση» μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που όπως και άλλα συντηρητικά κινήματα της περιόδου επιδίωξε να ανακόψει την παλίρροια του φιλελευθερισμού και του κομμουνισμού, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εξέλειψε. Πώς εξηγείτε την ανάδυση, σήμερα, ενός νέου κύματος συντηρητισμού και εθνικισμού, παράλληλα με έναν στρατευμένο αντικομμουνισμό, τουλάχιστον στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ;

Στην αρχή του εικοστού αιώνα, η γερμανική «Συντηρητική Επανάσταση» συγχώνευσε συντηρητικές αξίες —οι Αιζάια Μπέρλιν (Isaih Berlin) και Ζέεβ Στερνέλ (Zeev Sternhell) την αποκάλεσαν «αντι-Διαφωτισμό»— με μια αυθεντική λατρεία της μοντέρνας τεχνολογίας, της βιομηχανίας και της επιστήμης. Η τάση αυτή δεν υπάρχει πια. Όμως το τέλος του εικοστού αιώνα αποκάλυψε μια μορφή «νεοσυντηρητισμού» πού όρθωσε την αγορά, τον ατομικισμό και τον καπιταλισμό απέναντι στις κομμουνιστικές επαναστάσεις και τις εξισωτικές φιλοδοξίες της μεταπολεμικής φαντασίας. Στο βαθμό που απορρίπτουν τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δηλαδή τη σύγχρονη μορφή του ολοκληρωτισμού, πολλά δεξιά κινήματα είναι, βεβαίως, συντηρητικά, όχι όμως ολοκληρωτικά. Αποτελούν μια συντηρητική αντίδραση στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό. Και πρέπει να το γνωρίζουμε αυτό όταν αντιμαχόμαστε τον μετα-φασισμό, τον δεξιό λαϊκισμό και άλλες μορφές της ριζοσπαστικής δεξιάς. Όπως δεν μπορούμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό στο όνομα του εθνικισμού ή του συντηρητισμού, δεν μπορούμε και να αντιμετωπίσουμε τον μετα-φασισμό οικοδομώντας ενιαίο μέτωπο με τους υπερασπιστές του νεοφιλελευθερισμού.

Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα, ο αντιφασισμός ταυτίστηκε με τον αγώνα για την ειρήνη. Όλο και περισσότερο, ωστόσο, ο φιλελεύθερος αντιολοκληρωτισμός φαίνεται επιρρεπής στον στιγματισμό των κινημάτων ενάντια στον ανερχόμενο δεξιό εξτρεμισμό ως βίαιων, μη διαλεκτικών και αυταρχικών. Τι είναι αυτό που διακυβεύεται στην πραγματικότητα; Ποια είναι η ιστορική αξία ή η πολιτική επικαιρότητα του αντιφασισμού σήμερα;

Προσωπικά δεν ταυτίζω τον αντιφασισμό με τον ειρηνισμό. Στο τέλος της δεκαετίας του ‘30, ιδιαίτερα μετά το τέλος της διάσκεψης του Μονάχου 1938, ο ειρηνισμός σήμανε συνθηκολόγηση με τον φασισμό και πολλοί «ειρηνιστές» έγιναν δωσίλογοι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το 1941, ο αντιφασισμός ταυτίστηκε με τον ένοπλο αγώνα ενάντια στην κατοχή της Ευρώπης από τους ναζί. Σήμερα, τα «βίαια» μέσα δράσης που υιοθετούνται από κινήματα όπως το Black Lives Matter στις ΗΠΑ ή η παλαιστινιακή αντίσταση στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη είναι όλο και πιο δημοφιλή. Μου φαίνεται ότι η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και τους πολέμους της Δύσης στη Μέση Ανατολή δεν θα έπρεπε να διεξάγεται στο όνομα του πασιφισμού, αλλά στο όνομα της ελευθερίας, ενάντια στην νεοαποικιακή καταπίεση και την κατοχή. Το να είσαι «ειρηνιστής» στη Συρία δεν σημαίνει τίποτα. Αν θεωρούμε τη δημοκρατία ιστορική κατάκτηση, όχι δηλαδή απλώς θεσμική δομή —μια μέθοδο οργάνωσης της εξουσίας της πλειοψηφίας—, πολλές χώρες που βίωσαν στο παρελθόν τον φασισμό δεν θα δέχονταν αυτό που ο Γιούργκεν Χάμπερμας περιέγραψε ως «αντι-αντιφασιστική» σύλληψη της δημοκρατίας.

To 1989, μαζί με το Τείχος του Βερολίνου κατέρρευσε ένα ολόκληρο κοσμοείδωλο. Η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία παρουσιάστηκε ως καθολικά ελκυστική. Σήμερα, εκατό χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση –που συχνά παρουσιάζεται ως εγκληματική παρένθεση στην ιστορία του 20ού αιώνα– και μετά τα επαναστατικά κύματα που είδαμε να αναδύονται σε ολόκληρο τον κόσμο, μπορούμε να πούμε πως η επίδρασή τους όχι μόνο είναι και σήμερα ακόμα αισθητή αλλά έχει και μέλλον μπροστά της;

Η διάσωση της Ρωσικής Επανάστασης σημαίνει μια προσπάθεια να εξορύξουμε την κληρονομιά της από βαθιά στρώματα αντικομμουνισμού και σταλινισμού ενός ολόκληρου αιώνα. Αυτή είναι μια εργασία του πένθους για τις ηττημένες επαναστάσεις του εικοστού αιώνα. Αυτή η ιστορική ήττα εξηγεί και τα χαρακτηριστικά των νέων αντικαπιταλιστικών κινημάτων (Occupy Wall Street, Αγανακτισμένοι, Πάρκο Γκεζί στην Τουρκία, Nuit Debout στη Γαλλία), που εμφανίστηκαν στη Δύση, καθώς και αυτά του επαναστατικού κύματος που αγκάλιασε τον αραβικό κόσμο κατά την προηγούμενη δεκαετία. Τα κινήματα αυτά δεν εγγράφονται σε καμιά ιστορική συνέχεια και δεν διεκδίκησαν την παράδοση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ήταν υποχρεωμένα να επανανακαλύψουν μόνα τους τον εαυτό τους. Η ελευθερία και η δημιουργικότητά τους είναι αναζωογονητικές, όμως ο εφήμερος χαρακτήρας τους σηματοδοτεί ένα σοβαρό εμπόδιο. Δεν νομίζω ότι θα μπορέσουν να οικοδομήσουν στέρεες δομές και προοπτικές δέσμευσης χωρίς να «διεργαστούν» την κομμουνιστική εμπειρία του παρελθόντος. Αυτό, όμως, σημαίνει επίσης τη ρήξη με τον «αντι-ολοκληρωτικό» ορίζοντα που μας κληροδότησε η συντηρητική παλινόρθωση της δεκαετίας του ’80.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ