ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Η δημοκρατία ως παραγωγικό και κοινωνικά αποδοτικό σύστημα


Αναδημοσίευση από τα "ενθέματα"
της Χίλαρι Γουεϊνράιτ
μετάφραση: Παναγιώτης Πάντος


Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς οργανώνει την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου, στις 7 μ.μ., στο Art Garage (Σολωμού 13, 3ος όροφος) εκδήλωση με θέμα: «Η απειλή των ιδιωτικοποιήσεων. Στρατηγικές για την υπεράσπιση των δημοσίων αγαθών». Ομιλήτριες είναι η Χίλαρι Γουεϊνράιτ (κοινωνική επιστήμων, αρχισυντάκτρια του ριζοσπαστικού περιοδικού «Red Pepper») και τη Νάντια Βαλαβάνη (βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ), με συντονιστή τον Χάρη Γολέμη (διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς). Στόχος είναι να διερευνηθούν οι προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις και το πώς ο λόγος της Αριστεράς υπέρ του δημόσιου χαρακτήρα μιας σειράς αγαθών μπορεί να πείσει ευρύτερα ακροατήρια. Παράλληλα, θα παρουσιαστούν παραδείγματα αντίστοιχων αγώνων από διάφορα μέρη του κόσμου, όπου αναπτύχθηκαν ισχυρές συμμαχίες ανάμεσα στα συνδικάτα των εργαζομένων στις δημόσιες εταιρείες, στα κοινωνικά κινήματα και στις τοπικές κοινωνίες. Δημοσιεύουμε σήμερα ένα άρθρο της Χ. Γουεϊνράιτ για την ανάγκη η δημοκρατία να μη νοηματοδοτείται μόνο με ηθικούς όρους, αλλά και με βάση την «κοινωνική αποδοτικότητα».

Εδώ και περίπου μια δεκαετία, όλο και περισσότεροι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αγώνες για τη δημοκρατία και την ισότητα παίρνουν σαφείς αποστάσεις από την αντίληψη ότι όλες οι αλλαγές μπορούν να γίνουν μέσω του κράτους και εστιάζονται στη σημασία που έχει για την επίτευξη του μετασχηματισμού η ικανότητα των πολιτών να δημιουργούν τη δική τους δημοκρατική εξουσία, δουλεύοντας με γείτονες, συναδέλφους και ομοϊδεάτες τους.

Αν ρώταγε κανείς σήμερα ανθρώπους που αγωνίζονται για τη σοσιαλιστική αλλαγή σε όλη την Ευρώπη, οι περισσότεροι θα συμφωνούσαν ότι «κατά 80%» η αλλαγή πρέπει να έρθει από την κοινωνία — τους τόπους δουλειάς, τις γειτονιές, τους πολιτιστικούς χώρους. Ο ρόλος των κυβερνήσεων και της τοπικής αυτοδιοίκησης παραμένει βέβαια σημαντικός, για ένα καθοριστικό 20%, όχι όμως για να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη της αλλαγής, τον βασικό δημιουργικό παράγοντα, αλλά, για παράδειγμα, για να χρησιμοποιήσουν τις εξουσίες φορολόγησης και αναδιανομής που διαθέτουν, καθώς και για να προσφέρουν υπηρεσίες και υποδομές που θα στηρίξουν τη δημοκρατική αυτοοργάνωση των πολιτών.

Δεν πρόκειται για μια ρομαντική ουτοπία. Αυτός άλλωστε υπήρξε στο παρελθόν ένας τρόπος αποτελεσματικότατης διοίκησης πολλών πόλεων σε όλο τον κόσμο. Προσωπικά, έζησα αυτό το είδος ριζοσπαστικής δημοκρατικής πολιτικής στην πράξη στο Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι εργάτες οργανώνονταν τότε για να σώσουν τα εργοστάσιά τους από το λουκέτο και να εμποδίσουν τη σπατάλη παραγωγικών ικανοτήτων που αυτό συνεπαγόταν. Το Συμβούλιο του Μείζονος Λονδίνου (Greater London Council, GLC) τους υποστήριξε, μέσω του συμβουλίου δημόσιων επιχειρήσεων — ένα είδος τοπικής δημόσιας τράπεζας που δημιουργήθηκε για να συμβάλει στην αναγέννηση της πόλης, σε συνεργασία με τα συνδικάτα και την τοπική κοινωνία, με στόχο να σωθούν θέσεις εργασίας αλλά και να δημιουργηθούν νέες μέσω συνεταιρισμών και άλλων μορφών κοινωνικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, μια τοπική κοινότητα του κέντρου της πόλης αγωνιζόταν για να σώσει την περιοχή της και τη δημόσια πρόσβαση στο κέντρο από τα μεγάλα αναπτυξιακά συμφέροντα. Εκπόνησε ένα σχέδιο για το πώς η γειτονιά θα μπορούσε να αναπτυχθεί προς όφελος όλων και το GLC χρησιμοποίησε τη δικαιοδοσία του για τις χρήσεις γης προκειμένου να αγοράσει την περιοχή και να την παραχωρήσει στη συνέχεια σε ένα καταπίστευμα της κοινότητας. Δεν είναι να απορεί κανείς, λοιπόν, που η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ αποκάλεσε «σύγχρονο σοσιαλισμό» αυτή την πολιτική του Συμβουλίου και στη συνέχεια το κατάργησε (υπενθυμίζω ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει γραπτό σύνταγμα και έτσι η εκάστοτε κυβέρνηση μπορεί να καταργήσει ελεύθερα ένα βαθμό αυτοδιοίκησης).

Υπάρχει επίσης το παράδειγμα της Βραζιλίας, όπου πολλοί δήμοι οργάνωσαν τη συστηματική συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις για τη διάθεση του προϋπολογισμού για νέες επενδύσεις — ο λεγόμενος συμμετοχικός προϋπολογισμός. Στην Ιταλία, πάλι, και συγκεκριμένα στη Νάπολη, ο δήμος ίδρυσε ένα «υπουργείο δημόσιων αγαθών», το οποίο εργάζεται μαζί με πολίτες για την ενίσχυση του δημοκρατικού ελέγχου και της αποδοτικότητας υπηρεσιών όπως η ύδρευση και η αποκομιδή των απορριμμάτων. Όλα αυτά αποτελούν απτά παραδείγματα «παραγωγικής δημοκρατίας», μιας προσέγγισης δηλαδή που δεν θεωρεί τη δημοκρατία επιθυμητή μόνο για ηθικούς λόγους, αλλά και γιατί είναι κοινωνικά αποδοτική, δίνοντας έτσι στην «αποδοτικότητα» ένα ευρύ κοινωνικό περιεχόμενο.

Φυσικά, η ιδέα δεν είναι καινούρια. Πράγματι, ένας τέτοιος οικονομικός, κοινωνικός, και πολιτικός ορισμός της δημοκρατίας βρισκόταν στον πυρήνα των προτάσεων των ρεπουμπλικανών δημοκρατών του 18ου αιώνα, όπως ο Τόμας Πέιν, ο οποίος στο βιβλίο του Τα δικαιώματα του ανθρώπου επέμενε ότι «είναι προς όφελος της κοινωνίας η αξιοποίηση όλων των πόρων της», για να καταλήξει ότι «η κυβέρνηση πρέπει να δομείται με τρόπο που να προωθεί, μέσω μιας σταθερής και ήρεμης λειτουργίας, όλες αυτές τις ικανότητες που εμφανίζονται όταν η λαϊκή συμμετοχή στην πολιτική αλλαγή την ωθεί να αναλάβει δράση». Σήμερα, με τις νέες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών και τις αυξημένες ικανότητες των ανθρώπων λόγω της μαζικής εκπαίδευσης, έχουμε τα μέσα επικοινωνίας και διαβούλευσης που μπορούν να μας επιτρέψουν να πετύχουμε αυτόν τον στόχο και να βάλουμε όλη την κοινωνία –μέσω των κατάλληλων μορφών συμμετοχής– να χρησιμοποιήσει για το κοινό καλό την ικανότητά της να επιλύει προβλήματα, να δημιουργεί, να χτίζει, να προγραμματίζει, να σχεδιάζει, να περιθάλπει κ.λπ.

Η υλοποίηση αυτού του οράματος προϋποθέτει το ριζοσπαστικό άνοιγμα των πολιτικών θεσμών. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει γίνει πια πολύ στενή, με συνέπεια την εμφάνιση παθογενειών και εκφυλιστικών φαινομένων. Το βάρος που έχει η δημοκρατική εξουσία σε ένα σύστημα που εμπλέκει τις μάζες κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια μόνο και μόνο για να τους δώσει τη δυνατότητα να επιλέξουν –ως ανεξάρτητα άτομα– μεταξύ ομάδων επαγγελματιών πολιτικών, είναι πολύ μικρό σε σχέση με αυτό των εθνικών και διεθνικών επιχειρήσεων και του ελέγχου που αυτές ασκούν στο κράτος. Επιπλέον, μπορεί επισήμως και θεωρητικά οι πολίτες να είναι ίσοι μπροστά στην ψήφο, στην πραγματικότητα όμως είναι συχνά εγκλωβισμένοι σε ποικίλες ανισότιμες κοινωνικές σχέσεις — ως εργαζόμενοι, γυναίκες, εθνικές μειονότητες, ανάπηροι, γενικότερα άνθρωποι που στερούνται δυνατοτήτων και δικαιωμάτων με πολλούς διαφορετικούς τρόπους κ.λπ.

Πολύ συχνά αυτοί οι πολίτες συναντιούνται και αγωνίζονται, έστω και άτυπα, ενάντια σ’ αυτές τις ανισότητες και την καταπίεση, και επιμένουν να αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Χρειαζόμαστε λοιπόν τρόπους που να κάνουν ορατούς μέσα στο πολιτικό σύστημα και να δίνουν δύναμη σ’ αυτούς τους δημοκρατικούς συλλογικούς αγώνες, καθώς μέσω της ενεργού διεκδίκησης της υλοποίησης των δεσμεύσεων που δόθηκαν στις εκλογές ενισχύουν τη δημοκρατική εντολή που έχουν λάβει τα ριζοσπαστικά κόμματα και ασκούν συνεχή πίεση υπέρ της διαφάνειας και της λογοδοσίας των κυβερνήσεων.

Τέτοιες εμπειρίες έχουν υπάρξει αρκετές σε τοπικό επίπεδο, ενώ τώρα στην Ελλάδα έχετε ξεκινήσει μια παρόμοια προσπάθεια ανάπτυξης μιας «παραγωγικής δημοκρατίας», με τον ΣΥΡΙΖΑ. Μήπως ο επόμενος σταθμός πρέπει να είναι η Ευρώπη;

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ