ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Αριστερή διακυβέρνηση και συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία



Αναδημοσίευση από την "εποχή"
Του Γιώργου Λιερού

Είναι ώριμες οι συνθήκες στη χώρα μας για την αριστερή διακυβέρνηση; Μια άλλη κοινωνική προοπτική και όχι απλά η διαχείριση της κρίσης, αν και είναι εν μέρει υπόθεση και της πολιτικής των κομμάτων, δεν μπορεί να προκύψει κυρίως μέσα από τα πολιτικά προγράμματα ή τις ορθές κεντρικές πολιτικές αποφάσεις (π.χ. ακύρωση ή επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου, αποκατάσταση των μισθών και του κράτους πρόνοιας, νέα φορολογική πολιτική, έξοδος από το Ευρώ κ.τ.λ.).


Οι πολιτικές λύσεις είναι εφικτές μόνο όταν έρχονται στη συνέχεια της επινόησης, της επεξεργασίας ή της ωρίμανσης λύσεων μέσα στην κοινωνία (ή όταν σπανιότερα, τις πυροδοτούν). Τα προγράμματα της αριστεράς δεν είναι τόσο πειστικά όσο θα θέλαμε, όχι μόνο γιατί αυτά τα ίδια είναι ενδεχομένως ανεπαρκή. Το ζήτημα δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να κυβερνήσει. Ένα αριστερό κόμμα υποτίθεται ότι είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να μπει μπροστά στη συγκυρία που θα δημιουργούσε μια απροσδόκητη και ξαφνική ιλιγγιώδης επιτάχυνση του ιστορικού χρόνου. Το πραγματικό ζήτημα, είναι οι διαδικασίες ωρίμανσης των εναλλακτικών λύσεων μέσα στην ίδια την κοινωνία. Στη Λατινική Αμερική, μια-δυο δεκαετίες εκπληκτικής ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων, προετοίμασαν το έδαφος για τις κυβερνήσεις μιας Αριστεράς, η οποία είχε συσσωρεύσει εντωμεταξύ κυβερνητική εμπειρία διοικώντας μεγάλους μητροπολιτικούς δήμους. (Κατά κανόνα, τα κινήματα υποστήριξαν μόνο κριτικά ή με πολλές επιφυλάξεις τις αριστερές κυβερνήσεις και κράτησαν μια εξωτερική σχέση προς αυτές· ωστόσο, κατά την αριστερή διακυβέρνηση, παρήκμασαν, έχασαν τη δύναμή τους ή αφυδατώθηκαν).

*
Η κρίση στη χώρα μας δεν μπορεί να λυθεί μόνο με οικονομικο-πολιτικά μέτρα. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση πυροδότησε μια σοβούσα για δεκαετίες κοινωνικο-πολιτισμική κρίση. Οι προοπτικές είναι ζοφερές, δεν είναι μόνο η δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου, η πρωτοφανούς έκτασης ανεργία, η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, αλλά επίσης το ότι η κοινωνία διολισθαίνει στον πόλεμο όλων εναντίον όλων. Ας φανταστούμε μια χώρα της οποίας εκτεταμένες περιοχές θα είναι παραδομένες στην ανομία, το νόμο του οργανωμένου εγκλήματος και τις φασιστικές συμμορίες, ας φανταστούμε ένα μεγάλο Κόσσοβο. Στο βάθος του χρόνου μπορούμε να δούμε μια χώρα ηλικιωμένων και υπερηλίκων, μια χώρα που θα έχουν εγκαταλείψει οι μετανάστες και επίσης οι
νέοι, οι μορφωμένοι, το πιο δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας – και η χώρα με τη σημερινή της γεννητικότητα δεν μπορεί να αντέξει μια μεταναστευτική έξοδο όπως εκείνη της δεκαετίας του 1950 και του 1960. Όλα αυτά δεν μπορούν να αποσοβηθούν απλά με μια άλλη κυβερνητική πολιτική ακόμη κι αν την υποστηρίζει ο λαός στο δρόμο.

*
Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις· δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στον προστατευτισμό και τον κρατισμό της δεκαετίας του 1930 αλλά πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να λέμε ότι θα διασώσουμε την ελληνική κοινωνία των δεκαετιών του 1990 και του 2000 φορολογώντας το κεφάλαιο και αναγκάζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να μας χρηματοδοτήσει απειλώντας την για τη συνοχή της ζώνης του Ευρώ. Όλα αυτά δεν είναι ούτε σοβαρά, ούτε πειστικά.

Μια αριστερή κυβέρνηση, μπορεί ίσως να αντιμετωπίσει κάπως καλύτερα τη φοροδιαφυγή. Όμως ήδη το μεγάλο μέρος του κεφαλαίου των Ελλήνων αστών βρίσκεται έξω από τη χώρα. Γιατί οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις των άλλων χωρών θα βοηθούσαν μια κυβέρνηση αριστεράς, μια κυβέρνηση που θα κατηγορούσαν ότι έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις της, να βάλει χέρι σ’ αυτόν τον πλούτο; Στα πλαίσια μιας αστικής λύσης θα μπορούσε, αν όχι το μεγάλο κεφάλαιο, να φορολογηθούν βαριά τα μεσοστρώματα. Αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει στην αρχή της κρίσης. Πλέον η μεσαία τάξη καταρρέει, η φοροδοτική της ικανότητα εν πολλοίς έχει εξανεμιστεί και μερικά σχέδια σαν αυτά που κυκλοφορούν στο οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ θα την ριζοσπαστικοποιούσαν και θα την έστρεφαν κατευθείαν στην άκρα δεξιά. Επιπλέον, σε συνθήκες χρεοκοπίας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού (το 40% κατά τη Χάρνεκερ στη Λ. Αμερική), εξασφαλίζει την επιβίωσή του μέσα από την άτυπη οικονομία, κάτι που εκ των πραγμάτων επιβάλλει την ανοχή του κράτους και καθιστά προβληματική τη σοβαρή περιστολή της φοροδιαφυγής.

Πρώτα απ’ όλα χρειάζεται η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Δεν είναι αλήθεια ότι η ελληνική οικονομία ήδη πριν την κρίση δεν παρήγαγε τίποτα. Όμως, η εγκατάλειψη του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα τις προηγούμενες δεκαετίες και η εξειδίκευση στις υπηρεσίες, έκανε την οικονομία πιο ευάλωτη στις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ( η οποία επιβεβαίωσε την ανάγκη μιας ισορροπημένης σχέσης πρωτογενούς/δευτερογενούς/τριτογενούς τομέα). Τις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες, καταλύθηκε η τροφική κυριαρχία της χώρας (η αυτάρκειά της σε τρόφιμα) και διαλύθηκε λίγο-πολύ η εγχώρια παραγωγή των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Η σημερινή παραγωγική διάρθρωση, όχι μόνο δεν είναι κατά κανένα τρόπο βιώσιμη στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς αλλά επίσης δεν είναι συμβατή με τις συνθήκες της παρατεταμένης ταξικής αναμέτρησης που θα συνόδευε για αρκετό διάστημα είτε μια κυβέρνηση της αριστεράς στοιχειωδώς αξίας του ονόματός της είτε την ανάδυση μιας αμεσοδημοκρατικής επαναστατικής αντιεξουσίας. Τι περιθώρια ριζοσπαστικής πολιτικής έχει η αριστερή κυβέρνηση σε μια οικονομία που στηρίζεται στον τουρισμό και τη ναυτιλία;

Δεν μας προσφέρεται ένας έτοιμος παραγωγικός μηχανισμός που απλώς πρέπει να αλλάξει χέρια. Πρέπει να ξεκινήσει άμεσα, από τα κάτω, με πολλές χιλιάδες πρωτοβουλίες η ανασύσταση του παραγωγικού ιστού. Αυτή τη στιγμή μας λείπει το ίδιο το έδαφος στο οποίο θα πατήσει μια αριστερή διακυβέρνηση (ή μια αμεσοδημοκρατική αντιεξουσία).


*
Το έδαφος αυτό δημιουργεί η “αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία”, ένα κίνημα οικονομικής και κοινωνικο-πολιτισμικής αυτοοργάνωσης. Στην αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία κατ’ αρχήν συμπεριλαμβάνουμε τα σημερινά δίκτυα αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας τα οποία όμως περνούν σε μια νέα ποιότητα στο μέτρο που γίνονται ένα πλατύ κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης, ένα κίνημα συγκρότησης παραγωγικών συνεταιρισμών από τους άνεργους οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν ούτε σε διορισμό στο δημόσιο, ούτε να περιμένουν τις ξένες επενδύσεις και η αξιοπρέπειά τους δεν τους επιτρέπει να αφεθούν στη “φιλανθρωπία” των πελατειακών μηχανισμών των κομμάτων. Η διάδοση, ο πολλαπλασιασμός συνεταιριστικών μονάδων προσανατολισμένων “στην επιδίωξη του συλλογικού οφέλους και την εξυπηρέτηση των γενικότερων κοινωνικών συμφερόντων ”, που παράγουν διατηρώντας μια συμβιωτική σχέση με τη φύση και που δραστηριοποιούνται μέσω τοπικών δικτύων τα οποία αφορούν πολιτισμικές και άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, θα μπορούσε να συμβάλλει καθοριστικά στην δημιουργία των όρων για να λυθεί η οικονομική και κοινωνική κρίση.

Ένα τέτοιο συνεταιριστικό κίνημα θα βοηθούσε αποφασιστικά στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κοινωνική Οικονομία στην αντιφατικότητά της, απασχολεί έντεκα εκατομμύρια μισθωτούς, το 6% του ενεργού πληθυσμού, ενώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες φτάνει το 10% του Α.Ε.Π. Δεν είναι λοιπόν παράλογος ο στόχος που έθεσε ο Γ. Σταθάκης, να φτάσει η κοινωνική οικονομία στην Ελλάδα το 20% του Α.Ε.Π. Ένα τέτοιο κίνημα είναι η μόνη λύση όχι μόνο για τους άνεργους αλλά προπάντων για τη χώρα. Αν έπαιρνε πράγματι τις μεγάλες διαστάσεις που απαιτούν οι περιστάσεις, θα μπορούσε – και αυτό είναι το πιο σημαντικό – να προκαλέσει μια αληθινή μεταστοιχείωση στο ζοφερό πολιτισμικό και κοινωνικό τοπίο της σύγχρονης Ελλάδας. Θα βοηθούσε στην επικράτηση μιας κουλτούρας αλληλεγγύης, συνεργασίας και αλληλοβοήθειας, στην αναδημιουργία-ανάκτηση του κοινού κόσμου, του κοινού που συνδέει τα διάσπαρτα άτομα και τους επιτρέπει να γίνουν δημόσιο σώμα.


*
Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας στην κατεύθυνση μιας νέας κοινωνίας, φυσικά δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί μόνο από την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία. Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή:
-        του εργατικού ελέγχου (του ελέγχου πάνω στην καπιταλιστική παραγωγή που επιβάλλει η εργατική τάξη “σαν εκπρόσωπος των κοινωνικών αναγκών γενικά”
-        του αγώνα των πολιτών (και ιδίως των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα) για την επανοικειοποίηση της κρατικής ιδιοκτησίας και τη μετατροπή της σε δημόσια κτήση.
Ένα κοινωνικό κίνημα τέτοιου εύρους θα άνοιγε στα σοβαρά την δημόσια συζήτηση για τον χαρακτήρα και τις κατευθύνσεις που θα έπρεπε να πάρει η παραγωγική ανασυγκρότηση. Θα την άνοιγε όχι στη Βουλή, τα τηλεοπτικά πάνελ ή στα κομματικά γραφεία, αλλά σαν μια συζήτηση ανάμεσα σε παραγωγούς αποφασισμένους να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, ανθρώπους που συζητούν όχι για το τι θα γίνει αλλά για το τι θα κάνουν οι ίδιοι. Εάν μάλιστα υιοθετείτο το πρόταγμα της αποανάπτυξης, από πολλές απόψεις μια πολύ ρεαλιστική λύση για τη χώρα μας, και άρχιζε να υλοποιείται με επιτυχία, τότε το όλο εγχείρημα θα τράβαγε πάνω του την προσοχή όλων των λαών της Ευρώπης και της Μεσογείου και θα κέρδιζε την ηθική και όχι μόνο υποστήριξή τους.

*
Ωστόσο, η άνθιση της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, προσκρούει σε τρεις σοβαρούς περιορισμούς: α) έλλειψη κεφαλαίων, β) έλλειψη εμπειρίας και τεχνογνωσίας, γ) απουσία κουλτούρας συνεργασίας.

Αν και σε τέτοια εγχειρήματα, παίζει μεγάλο ρόλο η εφευρετικότητα, η δημιουργικότητα και το πάθος των συνεταιρισμένων παραγωγών, σε πολλά από αυτά χρειάζεται ένας σχετικά βαρύς και ακριβός κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, ο οποίος μπορεί να αγοραστεί (καθώς δεν υπάρχουν ακόμη εναλλακτικοί πιστωτικοί συνεταιρισμοί) μόνο με χρηματοδότηση από το κράτος.
Η σχέση των δομών αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, είτε με το κράτος από τη μια είτε με την ανεπίσημη οικονομία από την άλλη, δεν είναι ένα ζήτημα που προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις. Ένα μέρος της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας δεν χρειάζεται και επίσης δεν επιθυμεί την κρατική χρηματοδότηση. Πολλές δομές με αυτόν τον τρόπο θέλουν να υπερασπιστούν την αυτονομία τους. Έτσι ή αλλιώς, ο αντιπραγματισμός, οι τράπεζες χρόνου, τα τοπικά νομίσματα κ.τ.λ. είναι εκτός της επίσημης οικονομίας. Ωστόσο, η άτυπη ή ανεπίσημη οικονομία, δεν βρίσκεται εν τέλει εκτός του κράτους αλλά σήμερα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό τρόπο υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Η διαχείριση της σχέσης με τον άτυπο τομέα είναι ένα ακανθώδες ζήτημα για μια αριστερή κυβέρνηση. Επίσης, οι δομές της αλληλέγγυας οικονομίας, που έχουν αποτινάξει τον έλεγχο του κράτους, για να μην “ρουφηχτούν” από την άτυπη οικονομία πρέπει να βρίσκονται κάτω από τον πολύ αυστηρότερο έλεγχο του κινήματος.

Σε κάθε περίπτωση, οι απαιτούμενοι πόροι για κεφαλαιουχικό εξοπλισμό είναι πολύ μεγάλοι  και το κράτος για να χρηματοδοτήσει μιας τέτοιας έκτασης προσπάθεια θα πρέπει να έχει όχι ελλείματα αλλά πλεονάσματα, τα οποία βέβαια δεν θα προορίζονται για την αποπληρωμή των τοκογλύφων αλλά οπωσδήποτε η εξοικονόμησή τους θα πιέζει το βιοτικό επίπεδο προς τα κάτω. Αντισταθμιστικά, θα μπορούσε να λειτουργήσει η δωρεάν παροχή υψηλού επιπέδου προνοιακών υπηρεσιών από την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία, αλλά και η σταδιακή αλλαγή του τρόπου ζωής και η απόδοση έμφασης όχι σε καταναλωτικά αγαθά που αφήνουν μεγάλο οικολογικό αποτύπωμα αλλά σε σχεσιακά αγαθά, τα οποία θα παράγει άφθονα η κοινωνική οικονομία και θα έχουν να κάνουν με την μόρφωση, τον πολιτισμό, τη φύση κ.τ.λ. Πάντως η διαχείριση των κρατικών πόρων θα πρέπει να γίνει με την μέγιστη δυνατή διαύγεια. Οι πόροι αυτοί θα είναι επίδικοι καθώς μόνο μέσω αυτών μπορούν σήμερα να διασωθούν τα πελατειακά δίκτυα των κομμάτων. Όλοι ξέρουμε τι έγινε με τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις Μ.Κ.Ο. Στη διαχείριση αυτών των πόρων, η πολιτική Αριστερά θα δώσει εξετάσεις. Αν επιτρέψει και την παραμικρή υποψία εναντίον της, οι επιπτώσεις θα είναι καταστροφικές.

Οι δημόσιες επενδύσεις ή οι επενδύσεις από την τοπική αυτοδιοίκηση δρώντας σε συνέργεια με τις συλλογικότητες της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας (ακόμη και σε μεικτά εταιρικά σχήματα) θα μπορούσαν να πετύχουν πολλαπλάσια αποτελέσματα οργανώνοντας την παραγωγή και την κατανάλωση σε “οικονομίες εγγύτητας” με βάση τους δήμους και τις “βιοπεριφέρειες”. Οι δομές “αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας” θα μπορούσαν επίσης να υπολογίζουν στη βοήθεια σε πόρους και προπάντων σε τεχνογνωσία και εθελοντές από ομόλογες δομές στην Ευρώπη· έτσι η Ευρώπη των λαών θα έπαιρνε σάρκα και οστά και δεν θα αποτελούσε ένα κενό σύνθημα. Πάντως στο μέτρο που τα εγχειρήματα αυτά στέκονταν στα πόδια τους και κέρδιζαν την εμπιστοσύνη των πολιτών, θα μπορούσαν να βρουν εύκολα χρηματοδότηση από πολλούς που θα ήθελαν να εμπιστευτούν σε αυτά τις αποταμιεύσεις τους ή από εναλλακτικούς πιστωτικούς συνεταιρισμούς που θα δημιουργούνταν κ.τ.λ.

*
Οι μεγαλύτερες δυσκολίες όμως για την ανάδυση ενός τέτοιου κινήματος αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, προέρχονται από τις νοοτροπίες που έχουν επικρατήσει στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Ο ατομικισμός, ο καταναλωτισμός, η ιδιώτευση, ο ωφελιμισμός, η απαξίωση των συναδελφικών και συνεργατικών ή φιλικών δεσμών, η πλήρης αδιαφορία για τα κοινά και τον κόσμο είναι οι νοοτροπίες που επιτρέπουν στο μνημονιακό στρατόπεδο να κερδίζει νίκες ή στη Χρυσή Αυγή να ανεβάζει τα ποσοστά της. Αυτές τις νοοτροπίες έρχεται να εκριζώσει η αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία η οποία εισάγει σ’ έναν διαφορετικό πολιτισμό, τη συμμετρική αμοιβαιότητα των σχέσεων του οποίου περιγράφει το “δώρο” και όχι το εμπόρευμα. Έναν πολιτισμό που συνδέει όλους τους ανθρώπους σ’ ένα επανανοηματοδοτημένο κόσμο, σε δημόσιους χώρους πρόσφορους για τη σύμπραξη και συνομιλία.

*
Τις δομές της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας, τις συγκροτούν οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, η κοινωνία, δεν τις φτιάχνουν τα κόμματα. Αυτό που μπορεί να κάνει η αριστερά, είναι να εξασφαλίσει: πρώτον ευνοϊκά κατά το δυνατό νομικά πλαίσια και δεύτερον διαύγεια και αξιοκρατικά κριτήρια όσον αφορά την κρατική χρηματοδότηση. Ωστόσο και αυτή η τελευταία σχέση, δεν είναι παρά μια ανάθεση της πολιτικής εκπροσώπησης από τα κινήματα στην πολιτική αριστερά, η οποία οφείλεται σε σοβαρές αδυναμίες και ανεπάρκειες των κοινωνικών κινημάτων όπως και των ρευμάτων που υιοθετούν το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας. Αξιοποιώντας η αριστερά τη σχέση με τα κινήματα, στηριζόμενη στους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς και υιοθετώντας τους θεσμούς που έχουν δημιουργήσει τελευταία, μπορεί να προχωρήσει στην υλοποίηση του ευρύτερου πολιτικού της σχεδίου και να εισηγηθεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο το οποίο πάντως στην Λατινική Αμερική δεν είχε σχέση με τον σοσιαλισμό.

*Το κείμενο αυτό συντάχθηκε με βάση την τοποθέτηση του Γιώργου Λιερού, στη βιβλιοπαρουσίαση των βιβλίων: «Υπαρκτός καινούριος κόσμος» του Γ. Λιερού και «Εισαγωγή στην Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία» των Τάκη Νικολόπουλου και Δημήτρη Καπογιάννη, που διοργάνωσε η αντίΣΤαΣΗ με τους Πολίτες του Χαλανδρίου  με ομιλητές τους Γιώργο Σταθάκη, Νίκο. Χρυσόγελο και Νώντα Σκυφτούλη, στις 14/12/2012.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ