ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Εργασιακή επισφάλεια και «πρεκαριάτο». Από τις βιομηχανικές κοινωνίες στον παγκόσμιο ταξικό κατακερματισμό



Αναδημοσίευση από το "Μετά την κρίση"
του Guy Standing
(αναδημοσίευση στην αγγλική γλώσσα © Eurozine - και σε μορφή pdf

Οι κοινωνικές τάξεις δεν εξαφανίστηκαν. Αντί να εξαφανιστούν, έχει προκύψει μια πιο κατακερματισμένη, παγκόσμια ταξική διάρθρωση και μια πιο ελαστική αγορά εργασίας.
Ο Guy Standing επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο λεξιλόγιο για να περιγράψει τις νέες ταξικές σχέσεις στο σύστημα της παγκόσμιας αγοράς του 21ου αιώνα.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να ορίσουμε τι εννοούμε με τη λέξη πρεκαριάτο. Ο ένας είναι να πούμε πως είναι μια διακριτή κοινωνικο-οικονομική ομάδα, δηλαδή να προσδιορίσουμε ποια άτομα ανήκουν σ' αυτήν και ποια όχι. Αυτός ο τρόπος είναι χρήσιμος προκειμένου να έχουμε μια γενική εικόνα και για να κάνουμε αναλύσεις. Μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε το εργαλείο που ο Μαξ Βέμπερ αποκαλούσε «ιδεότυπο» [ή «ιδεατό τύπο»]. Υπ' αυτό το πρίσμα, το πρεκαριάτο μπορεί να περιγραφεί ως νεολογισμός που συνδυάζει το επίθετο «επισφαλής» και ένα ουσιαστικό σχετικό με αυτό, το «προλεταριάτο». Ίσως μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το πρεκαριάτο είναι class-in-the-making, κοινωνική τάξη υπό δημιουργία, αν και όχι ακόμη class-for-itself, τάξη δι' εαυτήν [τάξη για τον εαυτό της, τάξη που διαθέτει αυτοσυνειδησία] με τη μαρξική έννοια αυτού του όρου.

Σκεπτόμενοι αναφορικά με τις κοινωνικές ομάδες, μπορούμε να πούμε πως η εποχή της παγκοσμιοποίησης, αφήνοντας στην άκρη τις αγροτικές κοινωνίες, κατακερματίζει την ταξική διάρθρωση των εθνικών κρατών. Καθώς μεγάλωναν οι ανισότητες και καθώς ο κόσμος κινήθηκε προς μια ελαστική, ανοικτή, αγορά εργασίας, οι κοινωνικές τάξεις δεν εξαφανίστηκαν. Προέκυψε μάλλον μια πιο κατακερματισμένη παγκόσμια ταξική διάρθρωση.

Η «εργατική τάξη», οι «εργάτες» και το «προλεταριάτο» ήταν όροι ενσωματωμένοι στον πνευματικό και κοινωνικό πολιτισμό μας επί αρκετούς αιώνες. Οι άνθρωποι μπορούσαν να ορίσουν τον εαυτό τους με όρους κοινωνικής τάξης. Επίσης, με αυτούς τους όρους μπορούσαν να τους αναγνωρίζουν και οι άλλοι άνθρωποι, ανάλογα με τον τρόπο που ήταν ντυμένοι, με το πως μιλούσαν και πως έπρατταν. Σήμερα, αυτά είναι μόνον κάτι περισσότερο από ετικέτες που φέρνουν στη μνήμη πράγματα του παρελθόντος. Εδώ και πολύ καιρό ο Αντρέ Γκορζ (André Gorz) έγραψε για το «τέλος της εργατικής τάξης»[1]. Άλλοι συνέχισαν να αγωνιούν και να ψάχνουν για το νόημα αυτού του όρου, καθώς και για τα κριτήρια με βάση τα οποία κατατάσσονται οι άνθρωποι σε κοινωνικές τάξεις. Στη νέα πραγματικότητα ίσως χρειαζόμαστε και ένα νέο λεξιλόγιο, που να αντιστοιχεί στις ταξικές σχέσεις μέσα στο σύστημα της παγκόσμιας αγοράς του 21ου αιώνα.

Ενώ οι παλιές κοινωνικές τάξεις εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένα μέρη του κόσμου, σε γενικές γραμμές μπορούμε να εντοπίσουμε τώρα επτά ομάδες. Στην κορυφή είναι μια ελίτ, η οποία αποτελείται από ένα μικρό αριθμό παράλογα πλούσιων παγκόσμιων πολιτών που κυριαρχούν σε όλο τον πλανήτη, με τα δισεκατομμύρια των δολαρίων τους, τους οποίους το περιοδικό Forbes κατατάσσει ως μέλη της ομάδας «των μεγάλων και των καλών», αυτών που έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν κυβερνήσεις σ' όλο τον κόσμο και να επιδίδονται σε γενναιόδωρες φιλανθρωπικές χειρονομίες.

Κάτω από αυτή την ελίτ βρίσκεται η τάξη της μόνιμης και καλά αμειβόμενης μισθωτής υπαλληλίας των «λευκών κολλάρων» (the salariat), όσων ακόμη απολαμβάνουν σταθερή και πλήρη απασχόληση. Κάποιοι από αυτούς ελπίζουν μάλιστα να προαχθούν στην ελίτ, ενώ η πλειοψηφία τους ελπίζει απλά να απολαύσει τα αγαθά της κατηγορίας τους, τις συντάξεις τους, τις άδειες μετ' αποδοχών και τα μπόνους που προσφέρουν οι επιχειρήσεις, πράγματα συχνά επιδοτούμενα από το κράτος. Αυτοί η μόνιμη, καλά αμειβόμενη μισθωτή υπαλληλία είναι συγκεντρωμένη σε μεγάλες επιχειρήσεις, σε κυβερνητικές υπηρεσίες και στη δημόσια διοίκηση, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

Παράλληλα και σε αλληλεπίδραση μ' αυτή τη μισθωτή υπαλληλία, υπάρχει η (προς το παρόν) μικρότερη ομάδα των proficians. Ο όρος αυτός συνδυάζει τους παραδοσιακούς όρους του «επαγγελματία» [professional] και του «τεχνικού»[technician], καλύπτει όμως και όσους διαθέτουν δέσμες δεξιοτήτων που μπορούν να τις πουλούν στην αγορά, κερδίζοντας με συμβάσεις υψηλά εισοδήματα ως σύμβουλοι ή ως ανεξάρτητοι εργαζόμενοι για δικό τους λογαριασμό. Οι proficians είναι το ισοδύναμο των yeomen, των ιπποτών και των squires του Μεσαίωνα. Ζουν με την προσδοκία και την επιθυμία της εργασιακής κινητικότητας, χωρίς διάθεση για μακροπρόθεσμη, πλήρη απασχόληση σε μία μόνο επιχείρηση. Η «τυπική σχέση εργασίας» δεν κάνει γι' αυτούς.

Κάτω από τους proficians ως προς το ύψος του εισοδήματος, υπάρχει ένας συρρικνούμενος «πυρήνας» χειρωνακτικά εργαζομένων, στην ουσία η παλιά «εργατική τάξη». Τα κράτη πρόνοιας δομήθηκαν έχοντας κατά νου αυτή την ομάδα, το ίδιο και τα συστήματα ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Όμως οι στρατιές των βιομηχανικών εργατών, αυτές που σχημάτισαν τα εργατικά κινήματα, έχουν συρρικνωθεί και έχουν χάσει την αίσθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης που είχαν κάποτε.

Κάτω από αυτές τις τέσσερις ομάδες, υπάρχει το συνεχώς αυξανόμενο σε μέγεθος «πρεκαριάτο», πλαισιωμένο από μια στρατιά ανέργων και από μια αποκομμένη ομάδα κοινωνικά αδύναμων μη προσαρμοσμένων, η οποία ζει από τα «αποφάγια» της κοινωνίας. Ο χαρακτήρας όλης αυτής της κατακερματισμένης ταξικής δομής είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης [2]. Εδώ το ζήτημα είναι να ορίσουμε την ταυτότητα του πρεκαριάτου.

Οι κοινωνιολόγοι συνήθως σκέφτονται με τα θεωρητικά εργαλεία που ανέπτυξε ο Max Weber για να εξετάσει τους τρόπους διαστρωμάτωσης, δηλαδή την κοινωνική τάξη και το κοινωνικό status. Η κοινωνική τάξη αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και στη θέση του ατόμου μέσα στην εργασιακή διαδικασία [3]. Εντός των αγορών εργασίας, αν εξαιρέσουμε τους εργοδότες και τους αυτοαπασχολούμενους, η βασική διάκριση ήταν μεταξύ των εργατών που συνήθως αμείβονται με ημερομίσθιο (wage workers) και των υπαλλήλων που αμείβονται με μηνιαίο μισθό (salaried employees). Οι πρώτοι παρέχουν εργασία, η οποία είτε αμείβεται κατ' αποκοπή ή με βάση το χρόνο εργασίας (εργατοώρες), είτε με ιδεατό τρόπο λαμβάνουν χρήματα έναντι της προσπάθειας που καταβάλλουν. Οι δεύτεροι, υποτίθεται πως ανταμείβονται για την σχέση εμπιστοσύνης και αποζημιώνονται για την υπηρεσία που προσφέρουν [4]. Υποθετικά, οι μισθωτοί υπάλληλοι που ανήκουν στο «salariat» ήταν ανέκαθεν πιο κοντά στους διευθυντές, στα αφεντικά και στους ιδιοκτήτες, ενώ οι εργάτες, εγγενώς αποξενωμένοι απο τη διοίκηση, χρειάζονται πειθαρχία, υποταγή και ένα μείγμα κινήτρων και κυρώσεων.

Σε αντίθεση με την κοινωνική τάξη, η ιδέα του κοινωνικού status έχει συνδεθεί με το επάγγελμα ενός ατόμου. Τα επαγγέλματα με υψηλότερο status είναι εκείνα που σχετίζονται με προσφορά υπηρεσιών, διαχείριση και διοίκηση [5]. Η δυσκολία κατάταξης έγκειται στο εξής: στα περισσότερα επαγγέλματα υπάρχουν εσωτερικές διαιρέσεις και ιεραρχίες, οι οποίες δημιουργούν στην πράξη πολύ διαφορετικά status.

Σε κάθε περίπτωση, όταν εξετάζουμε το πρεκαριάτο, η διαίρεση σε μισθωτούς εργάτες και σε μισθωτούς υπαλλήλους καταρρέει και οι ιδέες που σχετίζονται με τον επαγγελματικό ρόλο χάνουν τη σημασία τους. Το πρεκαριάτο έχει χαρακτηριστικά κοινωνικής τάξης. Αποτελείται από ανθρώπους που διατηρούν ελάχιστες σχέσεις εμπιστοσύνης με το κεφάλαιο ή με το κράτος, γεγονός που το καθιστά εντελώς διαφορετικό από την μισθωτή υπαλληλία. Επίσης δεν έχει κανέναν από τους δεσμούς κοινωνικού συμβολαίου που δέσμευαν το προλεταριάτο, στο οποίο δόθηκαν οι εργασιακές κοινωνικές ασφαλίσεις ως αντάλλαγμα για την υποταγή και την σχέση εμπιστοσύνης, πράγμα που αποτελεί την άγραφη συμφωνία–θεμέλιο του κράτους πρόνοιας. Το πρεκαριάτο, στο οποίο δεν παρέχεται εργασιακή εξασφάλιση ή κοινωνικές ασφαλίσεις ως αντάλλαγμα για την υποταγή, έχει διακριτή θέση με όρους κοινωνικής τάξης. Επίσης, έχει μια παράξενη θέση ως προς τα κοινωνικά status, δεδομένου ότι δεν μπορεί να καταταγεί εύκολα ούτε στις υψηλού status απασχολήσεις τωνεπαγγελματιών, ούτε στις μεσαίου status απασχολήσεις των τεχνικών. Ένας τρόπος για να αποδοθεί αυτή η ιδιομορφία, είναι να πούμε ότι το πρεκαριάτο έχει «ακρωτηριασμένο status». Επίσης η διάρθρωση του «κοινωνικού εισοδήματός» του (κάτι που θα αναλύσουμε παρακάτω), δεν εναρμονίζεται εύκολα με τις παλιές αντιλήψεις περί κοινωνικής τάξης ή επαγγελματικής απασχόλησης.

Η Ιαπωνία απεικονίζει ανάγλυφα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μελετητές του πρεκαριάτου. Έχει σχετικά χαμηλό επίπεδο εισοδηματικής ανισότητας (πράγμα που την κατατάσσει στις «καλές χώρες», σύμφωνα με τους Richard Wilkinson και Kate Pickett) [6]. Όμως η ανισότητα είναι βαθιά από την άποψη της ιεράρχησης ως προς τα κοινωνικά status και εντείνεται καθώς το πρεκαριάτο γίνεται όλο και πιο πολυπληθές, ενώ ταυτόχρονα η δυσμενής οικονομική κατάσταση του υποεκτιμάται από τους συμβατικούς τρόπους μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας. Στην ιαπωνική κοινωνία, οι υψηλότερες θέσεις ως προς το κοινωνικό status απολαμβάνουν και ένα σύνολο πρόσθετων ανταμοιβών που παρέχουν κοινωνικο-οικονομική εξασφάλιση, οι οποίες αξίζουν πολύ περισσότερο από ό,τι μπορεί να μετρηθεί μόνο με τα εισοδήματα που παρέχονται σε χρήμα [7]. Το πρεκαριάτο δεν απολαμβάνει όλες εκείνες τις ανταμοιβές και αυτός είναι ο λόγος που η εισοδηματική ανισότητα είναι τόσο σοβαρά υποεκτιμημένη στη χώρα αυτή.

Μερικοί προσπαθούν να παρουσιάσουν μια θετική εικόνα του πρεκαριάτου, προσδίδοντάς του ένα ρομαντικό ελεύθερο πνεύμα που απορρίπτει τους κανόνες της παλιάς εργατικής τάξης, της απασχολούμενης σε σταθερή εργασία, αλλά και τον αστικό υλισμό των μισθωτών «λευκών κολάρων» που απασχολούνται σε μόνιμες υπαλληλικές θέσεις. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε αυτό το ελεύθερο πνεύμα ανυπακοής και μη συμμόρφωσης, μιας και εμφανίζεται ως ελκυστικό χαρακτηριστικό του πρεκαριάτου. Δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο στους νεανικούς και στους όχι τόσο νεανικούς αγώνες ενάντια στις επιταγές και δεσμεύσεις της εξαρτημένης εργασίας. Αυτό που είναι πιο καινούργιο, είναι το πόσο καλοδεχούμενη φαίνεται η επισφαλής εργασία και οι σχετικοί τρόποι απασχόλησης σε ορισμένους «ηλικιωμένους», που την επιλέγουν μετά από πολλά χρόνια σταθερής εργασίας. Θα ασχοληθούμε με αυτούς παρακάτω.

Η σημασία του όρου πρεκαριάτο ποικίλλει από τόπο σε τόπο, δεδομένου ότι έχει εισχωρήσει στο λαϊκό λεξιλόγιο. Στην Ιταλία, η λέξη precariato έχει αρχίσει να σημαίνει κάτι περισσότερο από ανθρώπους που εργάζονται περιστασιακά και με χαμηλές απολαβές. Καταλήγει να προσδιορίζει την επισφαλή ύπαρξη ως κανονική κατάσταση διαβίωσης[8]. Στη Γερμανία, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει όχι μόνον τους προσωρινά απασχολούμενους, αλλά και τους μακροχρόνια άνεργους που δεν έχουν καμία ελπίδα κοινωνικής ένταξης. Αυτό είναι παραπλήσιο με τη μαρξική ιδέα του λούμπεν προλεταριάτου και δεν έχει σχέση με αυτό που πραγματεύομαι εδώ.

Στην Ιαπωνία ο όρος χρησιμοποιείται ως συνώνυμος με τους «εργαζόμενους φτωχούς», αν και εξελίχθηκε σε διακριτικό προσδιορισμό, καθώς συνδέθηκε με το ιαπωνικό κίνημα της Πρωτομαγιάς και με τα λεγόμενα «συνδικάτα freeter»,τα οποία αποτελούνται από νέους ακτιβιστές που απαιτούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης [9]. Στην Ιαπωνία έχει προκύψει μια ομάδα νέων εργαζομένων γνωστή ως «freeters» - ένα όνομα που με παράδοξο τρόπο συνδυάζει τον «ελεύθερο» (free) και τον «Arbeite, δηλαδή τον εργάτη στα Γερμανικά - που έχουν οδηγηθεί στον τρόπο απασχόλησής του περιστασιακά εργαζομένου.

Δεν είναι σωστό να εξισώνουμε το πρεκαριάτο με τους εργαζόμενους φτωχούς ή απλά με ανασφάλιστη εργασία, αν και σχετίζεται με αυτά. Η επισφάλεια συνεπάγεται επίσης την έλλειψη ασφαλούς ταυτότητας με βάση την απασχόληση, ενώ αντίθετα οι εργάτες σε πολλές μόνιμες θέσεις απασχόλησης με χαμηλό εισόδημα έχουν τη δυνατότητα να οικοδομήσουν μια σταθερή σταδιοδρομία. Ορισμένοι μελετητές συνδέουν την ιδέα της επισφάλειας με έλλειψη ελέγχου πάνω στην εργασία του εργαζόμενου. Αυτό είναι περίπλοκο, δεδομένου ότι υπάρχουν πολλές πτυχές της απασχόλησης και της εργασίας πάνω στις οποίες ένα άτομο μπορεί να ασκεί έλεγχο: η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η χρήση τους, η ποσότητα του χρόνου που απαιτείται για να γίνει μια εργασία, ο χρόνος της απασχόλησης, η ένταση της εργασίας, ο εξοπλισμός, οι πρώτες ύλες και ούτω καθεξής. Και υπάρχουν πολλά είδη ελέγχων και ελεγκτών, όχι μόνο το πρότυπο του προϊσταμένου ή του διευθυντή που στέκεται πάνω από τον εργαζόμενο.

Η υπόθεση ότι το πρεκαριάτο αποτελείται μόνον από άτομα που δεν έχουν κανέναν έλεγχο πάνω στην εργασία ή την απασχόλησή τους, το περιορίζει υπερβολικά, αφού υπάρχει πάντοτε αμφιθυμία και έμμεσες διαπραγματεύσεις με αντικείμενα το τι προσπάθεια απαιτείται, τη συνεργασία και την εφαρμογή των δεξιοτήτων, καθώς και περιθώρια για πράξεις δολιοφθοράς, μικροκλοπές και «δήθεν εργασίας» ή για άλλες «μπαγαμποντιές». Όμως ορισμένες πτυχές που αφορούν τον έλεγχο, έχουν σημασία για την αξιολόγηση της κατάστασης αυτών των ατόμων.

Μια άλλη διαχωριστική γραμμή, ίσως εξίσου σημαντική, αφορά το λεγόμενο «δυσαρμονικό status». Άνθρωποι με σχετικά υψηλό επίπεδο τυπικής εκπαίδευσης, που υποχρεώνονται να αποδεχτούν θέσεις εργασίας με status ή με εισόδημα κάτω από αυτό που θεωρούν σύμφωνο με τα προσόντα τους, είναι πιθανό να υποφέρουν από απογοήτευση και ματαίωση περί το status τους. Αυτό το συναίσθημα είναι διαδεδομένο στο νεανικό πρεκαριάτο της Ιαπωνίας [10].

Για το αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης, το πρεκαριάτο αποτελείται από ανθρώπους που στερούνται των επτά μορφών εργασιακής ασφάλειας (τις οποίες συνοψίζουμε παρακάτω), αυτές που οι σοσιαλδημοκράτες, τα εργατικά κόμματα και τα συνδικάτα επιδίωξαν και επέβαλλαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως πρόγραμμα «του πολίτη της βιομηχανικής κοινωνίας», για την εργατική τάξη ή ειδικότερα για το βιομηχανικό προλεταριάτο. Δεν θα εκτιμούσαν όλοι όσοι συναποτελούν το πρεκαριάτο τις επτά μορφές της εργασιακής ασφάλειας, όμως από κάθε άποψη, καμιά από αυτές δεν βρίσκεται σε άνθηση.


Μορφές εργασιακής ασφάλειας υπό το καθεστώς «του πολίτη της βιομηχανικής κοινωνίας» στην αγορά εργασίας:

Επαρκείς ευκαιρίες απόκτησης εισοδήματος. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, αυτό συνοψίζεται στη δέσμευση της κυβέρνησης για «πλήρη απασχόληση».

Ασφάλεια της απασχόλησης: Προστασία από τις αυθαίρετες απολύσεις, κανονισμοί για την πρόσληψη και την απόλυση, επιβολή κόστους (πρόστιμα) στους εργοδότες όταν δεν τηρούν τους κανόνες και ούτω καθεξής.

Ασφάλεια της θέσης εργασίας: Παροχή της δυνατότητας και των ευκαιριών να διατηρείται μια συγκεκριμένη θέση στην αγορά εργασίας, καθώς επίσης εμπόδια στην υποβάθμιση των δεξιοτήτων αλλά και παροχή ευκαιριών για «ανοδική» κινητικότητα όσον αφορά το status και το εισόδημα.

Ασφάλεια στις συνθήκες εργασίας: Προστασία έναντι ατυχημάτων και ασθενειών στην εργασία, π.χ. μέσω κανονισμών για την ασφάλεια και την υγεία, με όρια στο χρόνο εργασίας, στις υπερωρίες και στη νυχτερινή εργασία για τις γυναίκες, καθώς επίσης αποζημιώσεις σε περιπτώσεις ατυχημάτων.

Ασφάλεια της αναπαραγωγής δεξιοτήτων: Παροχή ευκαιριών για να αποκτούνται δεξιότητες μέσω της μαθητείας, της επαγγελματικής κατάρτισης και ούτω καθεξής, αλλά και παροχή των δυνατοτήτων και ευκαιριών για να γίνεται χρήση των δεξιοτήτων.

Ασφάλεια του εισοδήματος: Διασφάλιση επαρκούς και σταθερού εισοδήματος, προστατευμένου π.χ. με τη νομοθεσία περί ελάχιστων μισθών, περί τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών, με την πλήρη κοινωνική ασφάλιση, με την προοδευτική φορολόγηση για τη μείωση των ανισοτήτων και με την κοινωνική ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων.

Ασφάλεια της εκπροσώπησης: Με την απόκτηση συλλογικής φωνής στην αγορά εργασίας, π.χ. μέσω ανεξάρτητων συνδικάτων, με το δικαίωμα στην απεργία.

Στις συζητήσεις για τη σύγχρονη εργασιακή ανασφάλεια, μεγαλύτερη προσοχή δίνεται στην ανασφάλεια της απασχόλησης: στην έλλειψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων και στην έλλειψη προστασίας από την απώλεια της απασχόλησης. Αυτό είναι ευνόητο. Πάντως, η ανασφάλεια ως προς τη θέση εργασίας είναι και αυτή κρίσιμο στοιχείο.

Η διαφορά μεταξύ ασφάλειας της απασχόλησης και της ασφάλειας ως προς τη θέση εργασίας είναι ζωτικής σημασίας. Παράδειγμα: Μεταξύ 2008 και 2010 τριάντα υπάλληλοι της France Telecom αυτοκτόνησαν, με αποτέλεσμα τον διορισμό ενός αουτσάιντερ ως νέου διευθυντή. Τα δύο τρίτα των 66.000 εργαζομένων είχαν καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου, με εγγυημένη την ασφάλεια της απασχόλησης. Όμως η διοίκηση τους υπέβαλε σε συστηματική ανασφάλεια της θέσης εργασίας, με ένα σύστημα που ονομάζονταν «Time to Move», που τους υποχρέωνε να αλλάζουν ξαφνικά και κάθε λίγα χρόνιαγραφεία και θέσεις εργασίας. Διαπιστώθηκε ότι το στρες που δημιουργήθηκε ήταν η κύρια αιτία των αυτοκτονιών. Το πρόβλημα ήταν η ανασφάλεια της θέσης εργασίας.

Πρόβλημα υπάρχει λοιπόν ακόμη και στο δημόσιο τομέα. Οι εργαζόμενοι υπογράφουν συμβάσεις
που τους παρέχουν ζηλευτή ασφάλεια απασχόλησης. Αλλά με τη σύμβαση συμφωνούν να διατίθενται σε όποιες θέσεις αποφασίζουν κάθε φορά οι διευθυντές τους. Σε έναν κόσμο αυστηρής «διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού» και λειτουργικής ευελιξίας, η διαρκής μετακίνηση μπορεί να σημαίνει προσωπική αναστάτωση.




Κοινωνικό εισόδημα

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του πρεκαριάτου είναι η επισφάλεια στο εισόδημα και η διάρθρωση των επιμέρους εισοδημάτων του ατόμου, που είναι διαφορετική από όλες τις άλλες κοινωνικές ομάδες. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό χρησιμοποιώντας την έννοια του «κοινωνικού εισοδήματος». Όλοι οι άνθρωποι παντού στον κόσμο είναι προφανώς αναγκασμένοι να επιβιώσουν με τα εισοδήματα που εξασφαλίζουν. Αυτά μπορούν να είναι ροές χρήματος ή εισοδημάτων σε είδος, ανάλογα με το τι παράγει ο καθένας ή η οικογένειά του. Μπορεί να μετρηθεί με βάση το τι από αυτά που χρειάζονται, μπορούν να προβλέψουν ότι θα το λάβουν. Οι περισσότεροι άνθρωποι στις περισσότερες κοινωνίες έχουν περισσότερες από μία πηγές εσόδων, αν και κάποιοι βασίζονται σε μία και μόνον.

Η σύνθεση του κοινωνικού εισοδήματος μπορεί να χωριστεί σε έξι μέρη. Το πρώτο είναι η αυτο-παραγωγή, δηλαδή τα τρόφιμα, τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παράγονται άμεσα, για να καταναλωθούν, να ανταλλαγούν ή να πωληθούν, συμπεριλαμβανομένων όσων μπορεί κανείς να καλλιεργήσει σε έναν κήπο ή σε μια οικιακή αυλή. Το δεύτερο είναι ο μισθός ή το εισόδημα σε χρήματα που λαμβάνει κανείς από την εργασία του. Το τρίτο είναι η αξία της υποστήριξης που παρέχεται από την οικογένεια ή από την τοπική κοινότητα, συχνά με τη μορφή μιας ανεπίσημης αναμενόμενης αμοιβαίας εξασφάλισης. Το τέταρτο είναι πρόσθετες παροχές των επιχειρήσεων που παρέχονται σε πολλές κατηγορίες εργαζομένων τους. Το πέμπτο είναι οι κρατικές παροχές, συμπεριλαμβανομένων των παροχών κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας, άλλες μεταβιβάσεις που υπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του κράτους, οι επιχορηγήσεις που καταβάλλονται απευθείας ή μέσω των εργοδοτών, καθώς και οι επιδοτούμενες κοινωνικές υπηρεσίες. Έκτο και τελευταίο, τα ιδιωτικά έσοδα που προκύπτουν από καταθέσεις και επενδύσεις.

Καθένα από αυτά τα μέρη κοινωνικού εισοδήματος υποδιαιρείται σε μικρότερα τμήματα που έχουν διαφορετικές μορφές, περισσότερο ή λιγότερο ασφαλείς ή βέβαιες, πράγμα που καθορίζει την πραγματική αξία τους. Για παράδειγμα, οι μισθοί χωρίζονται σε τμήματα με μορφή παγιωμένη με μια μακροπρόθεσμη συμβασιακή βάση και σε τμήματα με μορφή μεταβλητή ή ελαστική. Αν κάποιος λαμβάνει ένα μισθό που θα παρέχει το ίδιο εισόδημα για κάθε μήνα του επόμενου έτους, το εισόδημα που έλαβε αυτόν το μήνα αξίζει περισσότερο από ό,τι το ίδιο χρηματικό εισόδημα που προέρχεται από έναν μισθό που εξαρτάται από τις ιδιοτροπίες του καιρού ή από ένα απροσδιόριστο πρόγραμμα παραγωγής του εργοδότη. Ομοίως, τα κρατικά επιδόματα χωρίζονται αφενός σε καθολικής ισχύος δικαιώματα «του πολίτη», μαζί με τις ασφαλιστικές παροχές οι οποίες εξαρτώνται από προηγούμενες συνεισφορές υπό μορφή κρατήσεων και άρα κατ' αρχήν «εξασφαλισμένες», και αφετέρου σε μεταβιβάσεις υπό διακριτική ευχέρεια, που ίσως διατεθούν αλλά ίσως όχι, ανάλογα με απρόβλεπτες περιστάσεις. Οι παροχές των επιχειρήσεων υποδιαιρούνται σε όσες λαμβάνει όλο το προσωπικό μιας εταιρίας, σε όσες εξαρτώνται από τοstatus ή την προϋπηρεσία του εργαζομένου και σ' αυτές που παρέχονται υπό την διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης. Το ίδιο ισχύει και για τις παροχές από την κοινότητα, οι οποίες μπορούν να διαχωριστούν σε οικογενειακές, σε συγγενικές και σε παροχές της ευρύτερης κοινότητας ως υποστήριξη σε περιπτώσεις ανάγκης.

Το πρεκαριάτο μπορεί να προσδιοριστεί από μια διακριτή δομή του κοινωνικού εισοδήματος, το οποίο του προσδίδει ευπάθεια πολύ μεγαλύτερη από όση δείχνει το εισόδημα σε χρήμα που λαμβάνεται σε μια δεδομένη στιγμή. Για παράδειγμα, σε μια περίοδο ταχείας εμπορευματοποίησης της οικονομίας μιας αναπτυσσόμενης χώρας, οι νέες κοινωνικές ομάδες, πολλές από τις οποίες οδεύουν προς το πρεκαριάτο, βλέπουν να χάνουν παραδοσιακά πλεονεκτήματα της κοινότητας και δεν λαμβάνουν πια παροχές από τις επιχειρήσεις ούτε κρατικά επιδόματα. Είναι πιο ευάλωτες από όσο είναι πολλοί με χαμηλά εισοδήματα, οι οποίοι όμως διατηρούν τις παραδοσιακές μορφές της κοινοτικής στήριξης. Είναι πιο ευάλωτες από μισθωτούς οι οποίοι έχουν παρόμοια εισοδήματα σε χρήμα, αλλά έχουν επίσης πρόσβαση σε μια σειρά παροχών από τις επιχειρήσεις και από το κράτος. Ένα χαρακτηριστικό του πρεκαριάτου δεν είναι το επίπεδο των μισθών ή εισοδημάτων ανά πάσα δεδομένη στιγμή, αλλά η έλλειψη της κοινοτικής υποστήριξης σε περιόδους ανάγκης, η έλλειψη εξασφαλισμένων παροχών από την επιχείρηση ή το κράτος και η έλλειψη ιδιωτικών εσόδων για τη συμπλήρωση των μισθών σε χρήμα.

Εκτός της εργασιακής ανασφάλειας και του ανασφαλούς κοινωνικού εισοδήματος, το πρεκαριάτο στερείται ταυτότητας με βάση την εργασία. Όταν προσλαμβάνονται οι άνθρωποι αυτοί, καταλήγουν σε θέσεις απασχόλησης χωρίς προοπτικές σταδιοδρομίας, χωρίς παραδόσεις κοινωνικής μνήμης, χωρίς το συναίσθημα ότι ανήκουν σε μια επαγγελματική κοινότητα πλούσια σε σταθερές πρακτικές, χωρίς κώδικες δεοντολογίας και κανόνες συμπεριφοράς, αμοιβαιότητας και συναδελφοσύνης.

Το πρεκαριάτο δεν αισθάνεται μέρος μιας αλληλέγγυας κοινότητας των εργαζομένων. Αυτό εντείνει το συναίσθημα της αποξένωσης αυτών των ανθρώπων και ότι έχουν μετατραπεί σε απλά εργαλεία για ό,τι πρέπει να κάνουν. Οι δράσεις και συμπεριφορές που προκύπτουν από την επισφάλεια, ρέπουν προς τον οπορτουνισμό. Δεν υπάρχει καμία «σκιά του μέλλοντος» πουνα κρέμεται πάνω από τις πράξεις τους, για να τους δίνει μια αίσθηση πως ό,τι λένε, ό,τι κάνουν και αισθάνονται σήμερα, θα έχει ισχυρή και δεσμευτική ισχύ για τις πιο μακροπρόθεσμες σχέσεις τους. Το πρεκαριάτο γνωρίζει πως δεν υπάρχει σκιά του μέλλοντος, ακριβώς όπως δεν υπάρχει μέλλον σ' αυτό που κάνουν. Το να είναι αύριο «έξω», απολυμένοι, δεν θα αποτελεί έκπληξη και το να φύγουν ίσως και να μην είναι κακό, αν τους έλξει και τους περιμαζέψει μια άλλη απασχόληση ή μια άλλη αναλαμπή επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Το πρεκαριάτο δεν διαθέτει επαγγελματική ταυτότητα, έστω και αν ορισμένοι έχουν ζηλευτά επαγγελματικά προσόντα, έστω και αν πολλοί έχουν θέσεις απασχόλησης με φανταχτερούς τίτλους. Σε κάποιους παρέχεται η ελευθερία να μην έχουν καμία ηθική ούτε δεσμεύσεις συμπεριφοράς που να ορίζουν μια επαγγελματική ταυτότητα. Ακριβώς όπως μερικοί προτιμούν να είναι με τη θέλησή τους νομάδες, ταξιδιώτες και όχι έποικοι, έτσι και όλοι όσοι ανήκουν στα πρεκαριάτο δεν πρέπει να θεωρούνται θύματα. Παρ' όλα αυτά, οι περισσότεροι πρέπει μάλλον να αισθάνονται δυσάρεστα μέσα στην ανασφάλειά τους, χωρίς λογική προοπτική διαφυγής.


Ο παγκόσμιος μετασχηματισμός και η μεγέθυνση του πρεκαριάτου

Για να καταλάβουμε γιατί το πρεκαριάτο μεγαλώνει, πρέπει να αντιληφθούμε τη φύση της παγκόσμιας μεταμόρφωσης. Η εποχή της παγκοσμιοποίησης (1975-2008) ήταν μια περίοδος στην οποία η οικονομία «αποενσωματώθηκε»από την κοινωνία, καθώς οι δρώντες παράγοντες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια παγκόσμια οικονομία της αγοράς βασισμένη στην ανταγωνιστικότητα και στον ατομικισμό.

Η μεγέθυνση του πρεκαριάτου οφείλεται στις πολιτικές και θεσμικές αλλαγές εκείνης της περιόδου. Αρχικά, η μαχητική προώθηση την ανοικτής οικονομίας της αγοράς προκάλεσε πιέσεις ανταγωνιστικότητας επί των βιομηχανικών χωρών από τις πρόσφατα εκβιομηχανισμένες χώρες (NICs - Newly Industrializing Countries και «Chindia»), με μία απεριόριστη προσφορά εργασίας χαμηλού κόστους. Η δέσμευση στις αρχές των αγορών οδήγησεαναπόφευκτα προς ένα παγκόσμιο παραγωγικό σύστημα, όπου επικράτησαν τα δίκτυα επιχειρήσεων και οι ελαστικές εργασιακές πρακτικές. Ο στόχος της οικονομικής ανάπτυξης – που, όπως έλεγαν, μας κάνει όλους πιο πλούσιους –χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει την οπισθοδρόμηση της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να παύσει πια να είναι ένα μέσο προοδευτικής αναδιανομής. Οι υψηλοί άμεσοι φόροι, που είχαν εφαρμοσθεί επί μακρόν, με στόχο τη μείωση των ανισοτήτων και την παροχή οικονομικής ασφάλειας στους χαμηλόμισθους, παρουσιάστηκαν τώρα στην κοινή γνώμη ως αντικίνητρα για την εργασία, για την αποταμίευση και την επένδυση, αλλά και στιγματίστηκαν ως «διώκτες» των επενδύσεων και της απασχόλησης στο εξωτερικό. Ο αναπροσανατολισμός της κοινωνικής προστασίας από την κοινωνική αλληλεγγύη προς την αντιμετώπιση της φτώχειας και προς την ενασχόληση με μειονεκτικές κοινωνικές ομάδες, οδήγησε στην τάση να παρέχεται το επίδομα ανεργίας μόνον μετά από έλεγχο της όλης περιουσιακής κατάστασης του ανέργου και στη συνέχεια ανταποδοτικά, έναντι παροχής εθελοντικής εργασίας («workfare»).

Μια βασική πτυχή της παγκοσμιοποίησης μπορεί να συνοψιστεί σε μία εκφοβιστική λέξη: «εμπορευματοποίηση». Αυτό σημαίνει ότι το κάθε τι αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα, που αγοράζεται και πωλείται, που υπόκεινται στις δυνάμεις της αγοράς, με τιμές που καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση, χωρίς να διαθέτει αποτελεσματική «agency» [ικανότητα επίδρασης](δηλαδή χωρίς ικανότητα να ανθίσταται). Η εμπορευματοποίηση έχει επεκταθεί σε κάθε πτυχή της ζωής - στην οικογένεια, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στις εταιρείες, στους εργασιακούς θεσμούς, στην πολιτική της κοινωνικής προστασίας, της ανεργίας και της αναπηρίας, στις επαγγελματικές κοινότητες και στην πολιτική.

Στην προσπάθεια για αποτελεσματικότητα στις αγορές, εξαρθρώθηκε ό,τι ήταν εμπόδιο στην εμπορευματοποίηση. Μια νεο-φιλελεύθερη αρχή ήταν, ότι απαιτούνται κανονισμοί που να παρεμποδίζουν τα συλλογικά συμφέροντα από το να ενεργούν ως εμπόδια στον ανταγωνισμό. Η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν ήταν εποχή απορρύθμισης αλλά ανα-ρύθμισης, κατά την οποία εισήχθησαν περισσότερες ρυθμίσεις σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη συγκρίσιμη περίοδο της ιστορίας. Οι περισσότεροι νέοι κανονισμοί που εισήχθησαν στις αγορές εργασίας όλου του κόσμου, ήταν οδηγίες που υπαγόρευαν στους ανθρώπους τι μπορούσαν και τι δεν μπορούσαν να κάνουν αλλά και τι έπρεπε να κάνουν, για να τύχουν της εύνοιας της κρατικής πολιτικής.

Η επίθεση στα συλλογικά θεσμικά όργανα πολιόρκησε τις επιχειρήσεις ως κοινωνικούς θεσμούς, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ως εκπροσώπους των εργαζομένων, τις επαγγελματικές κοινότητες ως συντεχνίες των τεχνιτών και των επαγγελματιών, την εκπαίδευση ως δύναμη για την απελευθέρωση από την ιδιοτέλεια και την εμποροκρατία, την οικογένεια ως θεσμό της αμοιβαιότητας και της κοινωνικής αναπαραγωγής και τις δημόσιες υπηρεσίες ως καθοδηγούμενες από μια δεοντολογία της παροχής υπηρεσιών στους πολίτες.

Αυτό το οικονομικό και κοινωνικό κατασκεύασμα θρυμμάτισε τις εργασιακές ρυθμίσεις και προκάλεσε έναν ταξικό κατακερματισμό, ο οποίος έγινε πιο εμφανής με τη μετάθεση της εργασίας και της απασχόλησης προς τον τριτογενή τομέα («tertiarization»), ως αποτέλεσμα του περιορισμού της μεταποίησης και μετατόπισης προς τις υπηρεσίες.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] André Gorz, Farewell to the Working Class, Pluto Press, 1982
[2] Guy Standing, Work after Globalisation: Building Occupational Citizenship, Edward Elgar, 2009.
[3] Max Weber, Economy and Society, University of California Press, [1922] 1968.
[4] John H. Goldthorpe, On Sociology, 2η έκδ., Stanford University Press, 2007, τ. 2, κεφ. 5; Patrick McGovern, Stephen Hill, Colin Mills και Michael White, Market, Class and Employment, Oxford University Press, 2008, κεφ. 3.
[5] John H. Goldthorpe, "Analysing Social Inequality: A critique of Two Recent Contributions from Economics and Epidemiology", στην European Sociological Review 26, no. 6 (2010): 731-44.
[6] Richard Wilkinson and Kate Pickett, The Spirit Level: Why More Equal Societies Almost Always Do Better, Allen Lane, 2009.
[7] Harold R. Kerbo, Social Stratification and Inequality, McGraw Hill, 2003, 509-12.
[8] Sabine Grimm and Klaus Ronneberger, "An Invisible History of Work: Συνέντευξη με τον Sergio Bologna", στο Springerin. Hefte für Gegenwartskunst, 1/2007.
[9] Toshihiko Ueno, "'Precariat' Workers Are Starting to Fight for a Little Stability", στους The Japan Times Online, 21 June 2007, www.japantimes.co.jp/news/2007/06/21/national/precariat-workers-are-starting-to-fight-for-a-little-stability/#.UW_P_YLOr9k; Julia Obinger, "Working on the Margins", στο Electronic Journal of Contemporary Japanese Studies 9, no. 1 (2009).
[10] Reiko Kosugi, Escape from Work: Freelancing Youth and the Challenge to Corporate Japan, Trans Pacific Press, 2008.

Ο Guy Standing είναι καθηγητής των Σπουδών της Ανάπτυξης στην School of Oriental and African Studies (SOAS), University of London, ιδρυτικό μέλος και συμπρόεδρος του Παγκόσμιου Δικτύου υπέρ ενός Βασικού Εισοδήματος (Basic Income Earth Network - BIEN), μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης που επιδιώκει τη θέσπιση ενός εγγυημένου «εισοδήματος του πολίτη» για όλους. Διετέλεσε καθηγητής της Οικονομικής Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο του Bath και εργάστηκε στην Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (Γενεύη). Είναι συγγραφέας των βιβλίων The Precariat: The New Dangerous Class (Bloomsbury, 2011) και Work After Globalization: Building Occupational Citizenship(Edward Elgar, 2009).

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ