ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Οικογενειακές υποθέσεις: ΤΟ BREXIT ΩΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΔΥΟ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ


. Και μπορεί ο Μάο να θεωρούσε ότι η μεγάλη αναταραχή είναι μια ωραία κατάσταση, αλλά το θεωρούσε γιατί ήξερε ότι μπορεί να παρέμβει αποφασιστικά στο χάος και να δημιουργήσει μια νέα τάξη, ευνοϊκή για τα πολιτικά του σχέδια. Στην παρούσα φάση, λαμβάνοντας υπόψη τον συγκεκριμένο συσχετισμό ταξικών και πολιτικών δυνάμεων, μου φαίνεται απίθανο η επικράτηση χάους να σημάνει την βελτίωση της θέσης των δυνάμεων της εργασίας.

Αναδημοσίευση από το k-lab
της Ντίνας Τζουβάλα


Ας ξεκινήσουμε με ένα γκραμσιανό κλισέ: ζούμε στην εποχή των τεράτων. Παρόλο που η αποστροφή χρησιμοποιείται συχνά και με ελαφρότητα, είναι μάλλον η καλύτερη περιγραφή του δημοψηφίσματος του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) για την παραμονή ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο είναι προγραμματισμένο για τις 23 Ιουνίου.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Για διαφορετικούς λόγους που σχετίζονται τόσο με τον μεταπολεμικό Κευνσιανισμό του ΗΒ όσο και με την πρόσδεση της χώρας στις ΗΠΑ και την ανάπτυξη ενός διαφορετικού δόγματος ασφάλειας απέναντι στην ΕΣΣΔ, αλλά και την αργή συνειδητοποίηση του τέλους της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και με την πολιτισμική απόσταση από την ‘Ευρώπη’ (στο ΗΒ ‘Ευρώπη’ σημαίνει γενικά ‘ηπειρωτική Ευρώπη'), το ΗΒ δεν ανήκε στις χώρες που ίδρυσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα και την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Μάλιστα, λόγω αλλεπάλληλων βέτο της Γαλλίας, το ΗΒ έγινε μέλος της ΕΟΚ μόλις το 1973. Έτσι μια σειρά εξελίξεων για τον Βρετανικό καπιταλισμό συνέβησαν σχετικά ανεξάρτητα από τις πολιτικές της ΕΟΚ. Ίσως το πιο σημαντικό - και παραγνωρισμένο - γεγονός υπήρξε η ‘κρίση της στερλίνας’ το 1976, η οποία ήταν απότοκο της πετρελαϊκής κρίσης του 1973. Η κρίση οδήγησε στην ήττα της αριστερής πτέρυγας του Εργατικού Κόμματος και σε ένα δάνειο ύψους 4 δισεκατομμυρίων από το ΔΝΤ. Μάλιστα, αυτή ήταν η πρώτη περίπτωση (αρκετά πριν την κρίση χρέους στην Λατινική Αμερική του '80), όπου το ΔΝΤ έθεσε αυστηρά προαπαιτούμενα δημοσιονομικής πειθαρχίας για την παροχή δανείων. Αυτή η παρέμβαση έθεσε τις βάσεις τόσο για τον μετέπειτα ρόλο του ΔΝΤ στη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του παγκόσμιου καπιταλισμού, όσο και για την εκλογή της Μάργκαρετ Θάτσερ στην πρωθυπουργία του ΗΒ.

Μάλιστα, οι ρίζες της σημερινής στάσης του Συντηρητικού Κόμματος μπορούν να ανιχνευθούν στα τελευταία χρόνια της πρωθυπουργίας της Θάτσερ. Κάπου πριν το 1990 εντός των Συντηρητικών εμφανίστηκε μια έντονα ευρωσκεπτικιστική πτέρυγα. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι η ΕΟΚ (και μετέπειτα ΕΕ) ήταν ιδιαίτερα ‘κοινωνική’ θέτοντας κάποιους περιορισμούς στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος κλπ. Πριν το εσωκομματικό πραξικόπημα εναντίον της, η ίδια η Θάτσερ φαίνεται να έτεινε σε μια τέτοια κατεύθυνση, καθώς ο ‘φεντεραλισμός’ του Γάλλου σοσιαλιστή Ντελόρ θεωρούνταν απειλή για την κυριαρχία του ΗΒ. Είναι σημαντικό σ’ αυτό το σημείο να διευκρινίσουμε ότι για την δεξιά πτέρυγα των Συντηρητικών η κυριαρχία του ΗΒ και τότε αλλά και τώρα είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της χώρας. Δεν είναι, για παράδειγμα, τυχαίο το ανέκδοτο των ευρωσκεπτικιστών ότι η ΕΕ προσπαθεί να ρυθμίσει μέχρι και το σχήμα… των αγγουριών. Ουσιαστικά η κριτική που ασκεί η δεξιά πτέρυγα των Συντηρητικών στην ΕΕ είναι πως αποτελεί ένα συνονθύλευμα γραφειοκρατών που προσπαθεί να ρυθμίσει τα πάντα οδηγώντας σε στρεβλώσεις της αγοράς και βλάπτοντας την ανταγωνιστικότητα του βρετανικού καπιταλισμού. Aν προσθέσουμε στα παραπάνω τις προσπάθειες περιορισμού της μετανάστευσης, της περιστολής των προνοιακών δικαιωμάτων πολιτών της ΕΕ, μια γενικευμένη και γενικόλογη ανησυχία για την εθνική κυριαρχία του ΗΒ, αλλά και μια κάποια νοσταλγία για την αποσυντεθειμένη Αυτοκρατορία, καθίσταται σαφές ότι στην παρούσα φάση ο βρετανικός ευρωσκεπτικισμός έχει καθαρά δεξιά, νεοφιλελεύθερα, ξενοφοβικά χαρακτηριστικά. Αυτό φυσικά, δεν σημαίνει ότι το ΗΒ δεν έχει παράδοση αριστερού ριζοσπαστισμού, με βασικό παράδειγμα τον ιστορικό ‘ηγέτη’ της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών, Τόνυ Μπεν. Παρόλα αυτά, στην παρούσα φάση τόσο το Εργατικό Κόμμα υπό την ηγεσία του Τζέρεμυ Κόρμπυν, όσο και οι Πράσινοι αλλά και ομάδες της "εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς", στηρίζουν, περισσότερο ή λιγότερο κριτικά, την παραμονή της χώρας στην ΕΕ.

Η παραπάνω ανάλυση βέβαια φαντάζει εξωφρενική αν πάρουμε υπόψη το ρόλο της ΕΕ στην νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση τόσο του ευρωπαϊκού Νότου, όσο και συνολικά του ευρωπαϊκού χώρου. Το επιχείρημα ότι η ΕΕ, η οποία ρητώς βασίζεται στην ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς, την δημοσιονομική πειθαρχία και την σκληρή πειθάρχηση του δημόσιου τομέα στην λογική της αγοράς, δεν είναι ‘επαρκώς νεοφιλελεύθερη’ φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου. Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το παράδοξο, θα χρειαστούν δύο διευκρινήσεις: μια θεωρητικού και μια πολιτικού χαρακτήρα.

Η θεωρητική διευκρίνιση άπτεται του γεγονότος ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι ένα ενιαίο ιδεολογικό ρεύμα. Αντιθέτως, αν ακολουθήσουμε την κατηγοριοποίηση του Φουκώ στην Γέννηση της Βιοπολιτικής σ.1  , έχουμε δύο διακριτά ιδεολογικά ρεύματα: τον αμερικάνικό νεοφιλελευθερισμό, με κύριους εκπροσώπους τον Ηayek, τον Friedman και τον Buchanan, και τον γερμανικό νεοφιλελευθερισμό (γνωστό και ως ορντο-φιλελευθερισμό), με εκπροσώπους όπως ο Eucken, o Erhard και ο Roepke. Τα δύο ρεύματα έχουν κοινές ρίζες, καθώς αναδύθηκαν ως κριτική τόσο στον κλασσικό φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα (το ‘αόρατο χέρι της αγοράς’ του Άνταμ Σμιθ) όσο και στον αυξανόμενο κρατικό παρεμβατισμό, το κοινωνικό κράτος και κάθε μορφή ‘κολεκτιβισμού’ από τον πατερναλιστικό συντηρητισμό του Μπίσμαρκ μέχρι τον μετα-πολεμικό βρετανικό Κευνσιανισμό και την ΕΣΣΔ. Μάλιστα, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940 μάλλον δεν μπορούμε να μιλάμε καν για δύο ρεύματα, αλλά για ένα ενιαίο, και όλοι οι σημαντικοί νεοφιλελεύθεροι συσπειρώνονταν γύρω από το think tank Μοντ Πελερίν. Παρόλα αυτά, από το τέλος της δεκαετίας του 1940 οι διαφορές μεταξύ τους ξεκίνησαν να γίνονται αισθητές. Παρόλο που τόσο οι Αμερικανοί όσο οι Γερμανοί νεοφιλελεύθεροι θεωρούσαν ότι ο ανταγωνισμός θα πρέπει να είναι η βάση της οικονομίας (και της κοινωνίας), σημαντικές διαφορές ξεκίνησαν να αναδεικνύονται. Σταδιακά οι Αμερικανοί νεοφιλελεύθεροι σταμάτησαν να ασκούν κριτική στα μονοπώλια, τα οποία θεωρούσαν είτε ως μια συνέπεια της λειτουργίας της αγοράς (και άρα θεμιτό φαινόμενο ως τέτοιο), είτε ως μικρότερο κακό σε σχέση με τον κρατικό παρεμβατισμό. Από την άλλη, οι ορντο-φιλελεύθεροι επέμεναν στην ανάγκη δραστικής κρατικής παρέμβασης ώστε να αποτραπεί ο σχηματισμός μονοπωλίων που καταργούν de facto τον ανταγωνισμό.

Με άλλα λόγια, για τους Αμερικανούς νεοφιλελεύθερους το κράτος οφείλει μεν να παρεμβαίνει, αλλά μόνο για να διασφαλίσει τη λειτουργία της αγοράς. Από την άλλη, για τους Γερμανούς ομολόγους τους το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει για να διασφαλίσει την λειτουργία του ανταγωνισμού, ακόμα και αν αυτό σημαίνει να πηγαίνει αντίθετα από τις βραχυπρόθεσμες λειτουργίες της αγοράς. Επιπλέον η εμπειρία του ναζισμού, αλλά και ενός μαζικού επαναστατικού κινήματος είχε εμφυτεύσει στο κέντρο της ορντοφιλελεύθερης σκέψης τον έντονο φόβο της ‘προλεταριοποίησης’. Έτσι, για τους Γερμανούς νεοφιλελεύθερους ήταν θεμιτό και απαραίτητο το κράτος να παρεμβαίνει προωθώντας την αποκέντρωση και εξασφαλίζοντας ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης, ώστε να αποφευχθεί η ‘προλεταριοποίηση’ των μαζών. Φυσικά, αυτή η παρέμβαση θα πρέπει να γίνεται με σεβασμό στις αρχές του ανταγωνισμού. Για παράδειγμα, η δημόσια και δωρεάν (ή γενικά προσιτή) εκπαίδευση θεωρούνταν αποδεκτό μέτρο, αλλά ο έλεγχος τιμών όχι. Στον αντίποδα, οι Αμερικανοί νεοφιλελεύθεροι είχαν - λόγω διαφορετικής ιστορικής εμπειρίας και διανοητικών παραδόσεων - μια πολύ πιο περιοριστική αντίληψη για την επιτρεπτή κρατική παρέμβαση.

Αυτό το σχίσμα εξηγεί εν μέρει την αποστροφή των δεξιών Συντηρητικών προς την ΕΕ. Λόγω της ιστορικής σχέσης του ΗΒ με τις ΗΠΑ, αλλά λόγω και της αυτοφυούς νεοφιλελεύθερης παράδοσης της χώρας, το επικρατούν νεοφιλελεύθερο μοντέλο είναι πολύ πιο κοντά σε αυτό του Hayek και του Friedman, παρά στο ορντο-φιλελεύθερο. Από την άλλη, η ΕΕ - αν και είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο μοντέλο διαχείρισης των Ευρωπαϊκών καπιταλισμών - ενσωματώνει ισχυρά ορντο-φιλελεύθερα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι προστατεύει πολύ πιο συστηματικά από τα νομικά συστήματα διάφορων εθνικών καπιταλισμών τα εργατικά δικαιώματα ή το περιβάλλον, σχετίζεται άμεσα με την συνάφεια του ορντοφιελελευθερισμού με τον ‘ρυθμιστικό καπιταλισμό’ (regulatory capitalism) , αλλά και την ‘κοινωνική οικονομία της αγοράς’ (Soziale Marktwirtschaft). Ας μην ξεχνάμε πως ο  Σόιμπλε σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Freiburg, το οποίο αποτελεί το ιστορικό προπύργιο των Γερμανών ορντο-φιλελεύθερων, ενώ πρόσφατα ο Ντόναλντ Τασκ δήλωσε δημόσια τον θαυμασμό του για την ορντο-φιλελεύθερη κοσμοθεωρία.  Έτσι, θεωρώ πως ένας από τους τρόπους να αντιληφθούμε το δημοψήφισμα είναι ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικά νεοφιλελεύθερα μοντέλα.

Η δεύτερη διευκρίνισή μου είναι πολιτικού χαρακτήρα. Είναι απολύτως απαραίτητο στην ανάλυσή μας για το δημοψήφισμα να μην ‘προβάλουμε’ πάνω στην βρετανική πραγματικότητα σχήματα που αφορούν την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, ώστε να επιβεβαιώσουμε τις πολιτικές μας επιλογές. Τον περασμένο Σεπτέμβρη γίναμε μάρτυρες αυτού του παράδοξου όταν η εκλογή του Τζέρεμυ Κόρμπυν στην ηγεσία των Εργατικών έγινε (κακό άλλοθι) για όσους επέλεξαν να παραμείνουν στον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, θα ήταν λάθος για την ριζοσπαστική αριστερά να προβάλει της αναλύσεις της για την ΕΕ πάνω στην πραγματικότητα του ΗΒ και να συνάγει ότι η έξοδος από την ΕΕ είναι η προτιμότερη λύση. Στην παρούσα κατάσταση, η έξοδος του ΗΒ από την ΕΕ θα είναι σχεδόν βέβαια ‘από τα δεξιά’, ενώ οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες υλικές συνέπειες θα αφορούν την χειροτέρευση των υλικών όρων ζωής τόσο για τους βρετανούς όσο και για τους μετανάστες από χώρες της ΕΕ. Επιπλέον, είναι πολύ πιθανό μια έξοδος από την ΕΕ να σημάνει το τέλος του Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι πολύ πιθανό η Σκωτία να επιχειρήσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα, στο οποίο θα ήταν σχεδόν βέβαιο ότι η ανεξαρτησία θα κερδίσει, ενώ ο Ιρλανδικός εθνικισμός στην Βόρεια Ιρλανδία θα κερδίσει έδαφος. Παρόλο που και οι δύο αυτές εξελίξεις δεν είναι από μόνες τους αρνητικές,  είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλέσουν χάος. Και μπορεί ο Μάο να θεωρούσε ότι η μεγάλη αναταραχή είναι μια ωραία κατάσταση, αλλά το θεωρούσε γιατί ήξερε ότι μπορεί να παρέμβει αποφασιστικά στο χάος και να δημιουργήσει μια νέα τάξη, ευνοϊκή για τα πολιτικά του σχέδια. Στην παρούσα φάση, λαμβάνοντας υπόψη τον συγκεκριμένο συσχετισμό ταξικών και πολιτικών δυνάμεων, μου φαίνεται απίθανο η επικράτηση χάους να σημάνει την βελτίωση της θέσης των δυνάμεων της εργασίας.

Ας κλείσουμε αυτό το άρθρο όπως το ξεκινήσαμε: με ένα κλισέ. Παρακολουθώντας την συζήτηση για το δημοψήφισμα, το μόνο που σκέφτομαι είναι πως το καλύτερο θα ήταν να χάσουν και οι δύο πλευρές και πως "ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται για να ρθουν".

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ