ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Ιμπεριαλισμός και καπιταλιστική εξουσία

Εάν πάρουμε στα σοβαρά τις απόψεις που τείνουν να ηγεμονεύσουν στις αριστερές και λοιπές ετερόδοξες αναλύσεις για την τρέχουσα κρίση και για τη στρατηγική αντιμετώπισης των συνεπειών της, τότε θα πρέπει να ξαναγράψουμε τις φράσεις κλισέ του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κινήματος ως εξής:
(α) "ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα της συναλλαγματικής υποτίμησης" και
(β) "η ιστορία του καπιταλισμού ως τώρα είναι η ιστορία των πλεονασμάτων στις τρέχουσες συναλλαγές"

(απόσπασμα από το  βιβλίο "Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση" των Γιάννη Μηλιού, Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου)


 Δημοσιεύουμε το  Κεφάλαιο 11 από το βιβλίο του Γιάννη Μηλιού / Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, "Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση", Εκδόσεις Νήσος, το οποίο αποτελεί εκτός των άλλων μια ανακεφαλαίωση όσων έχουν αναπτυχθεί στα προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου αλλά ταυτόχρονα είναι και εισαγωγή  στο τέταρτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου, το οποίο πραγματεύεται τον χαρακτήρα και την κρίση του σύγχρονου καπιταλισμού.

Ανακεφαλαίωση: Ιμπεριαλισμός και καπιταλιστική εξουσία

Η βασική ιδέα όσων αναπτύξαμε μέχρι εδώ είναι απλή. Για να μελετήσουμε το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού, χρειαζόμαστε μια θεωρία της καπιταλιστικής εξουσίας. Σ' αυτή την κατεύθυνση το έργο του Μαρξ αποτελεί πράγματι μια πολύτιμη αφετηρία.

Βέβαια, ο μαρξισμός είναι ένα εγγενώς σχισματικό θεωρητικό σύστημα.1 Είναι απολύτως αναμενόμενο ν' αναπαράγονται εντός του οργανικές διαφωνίες και διχογνωμίες σχετικά με το ζήτημα του ιμπεριαλισμού (ενδεικτική είναι η ανάλυση που προηγήθηκε στα Κεφάλαια I, 2, 3, 9 και 10). Όπως άλλωστε φάνηκε και στο Κεφάλαιο I, η εν λόγω σχισματικότητα του μαρξισμού ήταν ήδη ορατή στις διαμάχες που συνόδευσαν τη διατύπωση των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού.

Παρόλ' αυτά δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ένα βασικό σημείο. Οι κλασικές θεωρήσεις του ιμπεριαλισμού με ελάχιστες αποκλίσεις - οι οποίες βασικά αντικατοπτρίζουν τις αμφιταλαντεύσεις του Λένιν και όψεις από την παρέμβαση του Μπουχάριν - μοιράζονται μία ενιαία πεποίθηση, συγκεκριμένα ότι ο καπιταλισμός έχει υποστεί ριζικούς και δομικούς μετασχηματισμούς, με αποτέλεσμα η ανάλυση του Μαρξ να μην επαρκεί πλέον για την πλήρη περιγραφή του. Ο «νεότερος» καπιταλισμός της εποχής Χίλφερντινγκ δεν είναι ακριβώς ο καπιταλισμός του Das Kapital. Η αντίληψη αυτή, ρητά ή άρρητα διατυπωμένη, διαπερνά τις περισσότερες θεωρητικές αναλύσεις των αρχών του 20ού αιώνα, ενώ αποτελεί το ορατό σύμπτωμα μιας βαθύτερης συνάντησης ανάμεσα στο μαρξισμό και την ευρύτερη ετερόδοξη σκέψη της περιόδου.

Ας επιμείνουμε λίγο στο σημείο αυτό. Πρόκειται για μία συνάντηση η οποία οπωσδήποτε δεν ωφέλησε τη μαρξιστική σκέψη, διότι είχε ως προϋπόθεσή της μία δραστική μετατόπιση του ίδιου του μαρξισμού, θα λέγαμε σχηματικά ότι η μαρξιστική συζήτηση αρχίζει να καταλαμβάνεται εν μέρει από έννοιες, συλλογισμούς, επιχειρήματα και ερωτήματα που δεν συνδέονται με το θεωρητικό σύστημα της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας που εγκαινίασε ο Μαρξ. Η ανάλυση του Κεφαλαίου 6 αποτελεί ένα περιεκτικό παράδειγμα της προηγούμενης διαπίστωσης. Συνεπώς, η ενιαία αντίληψη, που με ελάχιστες αποκλίσεις μοιράζονται οι κλασικές μαρξιστικές προσεγγίσεις του ιμπεριαλισμού κατά την περίοδο αυτή, έχει ως βαθύτερη προϋπόθεση της την άρρητη προσπάθεια επαναδιατύπωσης των ζητημάτων της καπιταλιστικής εξουσίας, η οποία μέσω της έννοιας του ιμπεριαλισμού εισάγει μία νέα προβληματική, που δεν έχει πλέον σαν αποκλειστικό σημείο αναφοράς της το ώριμο έργο του Μαρξ.

Στις αρχές του 20ού αιώνα αρχίζει να διαμορφώνεται (για μια σειρά από λόγους, θεωρητικούς και πολιτικούς) ένα συνολικότερο επικριτικό κλίμα απέναντι στην ιδεολογικά κυρίαρχη και ακαδημαϊκά δεσπόζουσα φιλελεύθερη-νεοκλασική σκέψη. Χωρίς να εισέλθουμε σε σημαντικές λεπτομέρειες, αξίζει να σημειωθεί ότι στο εσωτερικό της ιδιότυπης αυτής θεωρητικής «αντιπολίτευσης» συναντώνται δύο σημαντικές θεωρητικές παραδόσεις, οι οποίες εξακολουθούν να διατηρούν οπαδούς μέχρι και τις μέρες μας. Αναφερόμαστε, προφανώς, πρώτον, στη Θεωρητική παράδοση του ιστορικισμού, η οποία, βέβαια, δεν αποτέλεσε ποτέ μια ενιαία σχολή σκέψης αλλά πάντα εκδηλώθηκε μέσα από διαφορετικά θεωρητικά συστήματα και, δεύτερον, στην κεϋνσιανή παράδοση (ή εναλλακτικά στα «Οικονομικά της Ενεργού Ζήτησης»), η οποία, με κεντρική στιγμή τη μεταγενέστερη παρέμβαση του ίδιου του Κέυνς. κατόρθωσε να συνενώσει και να ολοκληρώσει αναλυτικά μια ολόκληρη σειρά υποκαταναλωτικών προσεγγίσεων, τις απαρχές των οποίων συναντάμε αρκετά νωρίς στις αναλύσεις των Μάλθους και Σισμοντί. Την ίδια ακριβώς περίοδο ο μαρξισμός αρχίζει να βγαίνει από το θεωρητικό παρασκήνιο εξαιτίας κυρίως της δυναμικής των ταξικών αγώνων και κινημάτων στις αναπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού (ενδεικτική είναι η ανάλυση του Κεφαλαίου 7). Εντούτοις, η «γενίκευση» αυτή της μαρξιστικής συζήτησης καθορίστηκε έντονα από το προηγούμενο θεωρητικό κλίμα, το οποίο και επηρέασε σε διαφορετικό βαθμό (και μ' ελάχιστες αποκλίσεις) τους σημαντικότερους μαρξιστές στοχαστές της περιόδου.

Η βασική ιδέα των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού βρίσκεται ήδη διατυπωμένη αρκετό νωρίτερα από τον Χόμπσον στη βάση της ουσιοκρατικής προβληματικής του οικονομισμού. Σύμφωνα με την τελευταία, ο «νέος» καπιταλισμός είναι ένα σύστημα της υποκατανάλωσης και των μονοπωλίων. Το γεγονός αυτό αποτελεί εμπόδιο στην απρόσκοπτη κεφαλαιακή συσσώρευση των αναπτυγμένων κρατών και αναγκάζει τα εμπορεύματα και τα ατομικά κεφάλαια σε διεθνή «μετανάστευση». Η κατεύθυνση της μετανάστευσης δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη των αποικιών ή των υπανάπτυκτων και έτσι «εξαρτημένων» κρατών. Η ανάπτυξη στις μητροπόλεις βασίζεται περισσότερο στην εκμετάλλευση των αποικιών και λιγότερο στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Η πολιτική οργάνωση του ιμπεριαλισμού συνταυτίζεται αναγκαστικά με τους ρυθμούς της οικονομίας.

Η προηγούμενη γραμμή σκέψης καταλήγει σε κάποια πολύ βασικά συμπεράσματα, που δεν έχουν αναδειχθεί επαρκώς από τη σχετική συζήτηση και τα οποία θίγουν τον πυρήνα της οργάνωσης της αστικής εξουσίας. Η διεθνής κίνηση των ατομικών κεφαλαίων φαίνεται να διαμορφώνει έναν οικονομικό χώρο, η γεωγραφία του οποίου δεν συμπίπτει με την πολιτική γεωγραφία των εθνικών κρατών. Με άλλα λόγια, διατυπώνεται μία διαλεκτική σχέση μη αντιστοιχίας ανάμεσα στο κράτος και το ατομικό κεφάλαιο. Ο συλλογισμός αυτός μπορεί να εκφραστεί με δυο εναλλακτικές εκδοχές.
Πρώτη εκδοχή. Οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού και οι αμέσως μεταγενέστερες αναλύσεις της εξάρτησης αποδέχτηκαν (σε διάφορες παραλλαγές) ότι τα ατομικά κεφάλαια, διαπερνώντας τα εθνικά σύνορα, εξακολουθούν να διατηρούν την εθνική τους ταυτότητα. Διεκπεραιώνουν, με άλλα λόγια, μία κρίσιμη διαμεσολάβηση: συγκροτούν μία διεθνή οικονομική σφαίρα, περισσότερο ή λιγότερο ομοιογενή, επενδύοντας την με μια δομική σχέση εξάρτησης και ενδεχομένως άνισης ανταλλαγής. Συνολικά αυτή η διαδικασία υποτιμώντας σαφέστατα το ρόλο της ταξικής πάλης, προϋποθέτει μία ορισμένη μορφή κράτους, το οποίο στις χώρες των αναπτυγμένου καπιταλισμού οφείλει να είναι αυτόνομο και εξωτερικό ως προς την ίδια την κίνηση των ατομικών κεφαλαίων. Το κράτος αυτό προσδιορίζεται ως μια κυρίαρχη «οντότητα», η οποία θα μπορούσε να νοηθεί εναλλακτικά είτε ως αδρανές εργαλείο είτε ως αυτοτελές και κυρίαρχο υποκείμενο.

Καταλαβαίνουμε, συνεπώς, ότι η κριτική στον οικονομισμό των κλασικών θεωριών, η οποία απορρίπτει την εργαλειακή αντίληψη του κράτους για να υποστηρίξει τη βεμπεριανή εκδοχή ενός κράτους κατά βάση θεσμικά αυτοκυρίαρχου, δεν αναιρεί τη συνολικότερη κατεύθυνση του προηγούμενου συλλογισμού της μη αντιστοιχίας κράτους και κεφαλαίου. Δεδομένης της διεθνοποιημένης κίνησης των κεφαλαίων, η ουσία των παρεμβάσεων των Βέμπερ και Σουμπέτερ θα μπορούσε να ιδωθεί σαν απλή «προσθήκη» μιας επιπλέον (κρίσιμης) παραμέτρου στο ίδιο πάντα πρόβλημα: της παραμέτρου του αυτόνομου γεωπολιακού ανταγωνισμού που είναι (υποτίθεται) ενδογενής στη συγκρότηση των κρατών (η ανάλυση του Κεφαλαίου 3 είναι η πλέον χαρακτηριστική για τις αντιλήψεις που κινούνται σ' αυτή την κατεύθυνση). Οι σύγχρονες αναλύσεις περί νέου ιμπεριαλισμού υλοποιούν στις παραλλαγές τους τη διάθεση να επανεξεταστεί το πρόβλημα του ιμπεριαλισμού στο έδαφος των κλασικών θεωριών, όταν το έδαφος αυτό έχει «εμπλουτιστεί» από εκδοχές ενός αυτόνομου και μη εργαλειακού κράτους. Και στο νέο αυτό θεωρητικό πεδίο, όμως, η σχέση κράτους και κεφαλαίου εξακολουθεί να υπακούει στη διαλεκτική της μη αντιστοιχίας. Τώρα τα «συμφέροντα» των κρατών έρχονται αντιμέτωπα μ' εκείνα των κεφαλαίων σ' ένα παιχνίδι συνταύτισης ή και αντιπαράθεσης (με την πρώτη εκδοχή να υπερτερεί συνήθως στις σχετικές αναλύσεις). Τα κράτη είναι συχνά «διατεθειμένα» να ενισχύσουν τα κεφάλαιό «τους» στη διεθνή κίνηση που διαγράφουν για λόγους ιδίου συμφέροντος. Αναβιώνει, συνεπώς, με ανάλογους όρους η διαμάχη ανάμεσα στον Λένιν και τον Κάουτσκυ σχετικά με το ζήτημα του υπεριμπεριαλισμού. Η διεθνής κίνηση των κεφαλαίων, με συγκεκριμένη και «ανεξίτηλη» εθνική καταγωγή, κατά ορισμένους οξύνει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις, ενώ κατά άλλους δημιουργεί το πεδίο μιας «συνεργατικής» μορφής ιμπεριαλισμού.

Δεύτερη εκδοχή. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, όπως πολύ σωστά υποστήριξε ο Πουλαντζάς (1982), αναδεικνύοντας έτσι το πρόβλημα που προκύπτει από την εμμονή στην «εθνική προέλευση» των ατομικών κεφαλαίων, το κεφάλαιο δεν είναι «πράγμα» προς εξαγωγή. Η ανάλυση που παρατίθεται στο Μέρος II του παρόντος βιβλίου επεξεργάζεται μια κριτική προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση. Ωστόσο, η ανάλυση του Πουλαντζά, παρότι επιχειρεί να δώσει έμφαση στο χαρακτήρα του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης, δεν κατορθώνει ν' απαλλαγεί τελικά από την προβληματική των κλασικών θεωριών του ιμπεριαλισμού. Σαν αποτέλεσμα, ο ίδιος επιμένει στη λογική της «εθνικής προέλευσης» των κεφαλαίων, θεωρώντας πολλές φορές ότι τα ατομικά κεφάλαια τείνουν να «συμπαρασύρουν» και τις «εθνικές» σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν στη χώρα προέλευσης. Π .χ. στο συλλογισμό του (που διατυπώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, Πουλαντζάς 19812), το «αμερικάνικο» κεφάλαιο διεισδύοντας στον ευρωπαϊκό χώρο αρχίζει να καταλαμβάνει εξουσίες πραγματικής κυριότητας (οικονομική ιδιοκτησία και κατοχή), διαδικασία που εγγράφεται με αναπαραγωγή «εξ επαγωγής» και στους κρατικούς θεσμούς της χώρας υποδοχής.

Την ιδέα αυτή θα μπορούσε κάποιος να την τραβήξει στα άκρα και να υποθέσει ότι το διεθνοποιημένο κεφάλαιο συγκροτείται ως αυτόνομη οντότητα (πράγμα καθαυτό) παγκοσμίως, χωρίς ιδιαίτερους δεσμούς με κάποιο ισχυρό κράτος καταγωγής. Για τη διεθνοποιημένη κίνησή του απαιτούνται, λοιπόν, νέες υπερκρατικές και σίγουρα υπερεθνικές πολιτικές μορφές. Πρόκειται για μια λογική η οποία συνδέθηκε, όπως είδαμε στο Κεφάλαιο 10, με την παρέμβαση του Γκράμσι (ιδιαίτερα όσον αφορά στην έννοια του «ιστορικού μπλοκ») και η οποία θεωρεί είτε ότι υπάρχουν διεθνείς σχέσεις παραγωγής οι οποίες αναπαράγονται δίπλα στις εθνικές (πολλές φορές σε αντίθεση μ' αυτές) είτε ότι η συγκρότηση των τάξεων ήταν εξαρχής μια παγκόσμια διαδικασία (ή ότι σε κάποια φάση εξελίχθηκε σε τέτοια).

Και οι δύο προηγούμενες εκδοχές, οι οποίες σχηματικά αποδίδουν το σημαντικότερο τμήμα της σύγχρονης βιβλιογραφίας, αποτελούν διαφορετικούς τρόπους να ερμηνευτεί η διαλεκτική της μη αντιστοιχίας ανάμεσα στο κράτος και το κεφάλαιο. Υπό την έννοια αυτή, αποτελούν θεωρητικές στρατηγικές οι οποίες μοιράζονται μία ενιαία αφετηρία (αποδεχόμενες ακριβώς το ίδιο ερώτημα). Αναμφίβολα, βασική προϋπόθεση των παραπάνω προσεγγίσεων είναι η απόρριψη μιας κρίσιμης έννοιας της μαρξικής ανάλυσης: της έννοιας του συνολικού κεφαλαίου. Η απόρριψη αυτή έχει σημαντικές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή πλέον η οργάνωση της ταξικής εξουσίας στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού και συνακόλουθα στον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να κατανοήσουμε το φαινόμενο του ιμπεριαλισμού. Το θέμα αυτό επιχειρήσαμε να πραγματευτούμε αναλυτικά στο δεύτερο και το τρίτο μέρος του βιβλίου.

Για λόγους που έχουν να κάνουν με τη συγκεκριμένη ιστορική εγκαθίδρυση του καπιταλισμού μέσα από την αποσύνθεση της φεουδαρχίσς (ή/και του ασιατικού τρόπου παραγωγής), η ταξική πάλη συγκροτείται ως τέτοια στο εσωτερικό άνισα αναπτυγμένων κοινωνικών σχηματισμών και όχι σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα ατομικά κεφάλαια, μέσω της διαδικασίας του ανταγωνισμού στο εσωτερικό κάθε εθνικού κράτους, μετασχηματίζονται σε ενιαία κοινωνική δύναμη, δηλαδή σε συνολικό κεφάλαιο, απέναντι στην εργασία. Η διαδικασία αυτή προϋποθέτει κατάλληλες πολιτικές μορφές, με αποτέλεσμα το καπιταλιστικό κράτος να μπορεί να νοηθεί μόνο ως σύνθετος τόπος οργάνωσης της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης. Με την έννοια αυτή, το κράτος δεν «κατέχει» τη δική του εξουσία, η οποία θα μπορούσε να ασκείται είτε αυτόνομα είτε κάτω από την έξωθεν καθοδήγηση της αστικής τάξης (συνολικού κεφαλαίου). Από την άλλη όμως, το κράτος αποτελεί μια κρίσιμη «μηχανή» (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο από την ανάλυση του Althusser 2006) για την οργάνωση της πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου (αποκρυσταλλώνοντας ταυτόχρονα στο θεσμικό του πεδίο τη δυναμική της ταξικής εξουσίας και των ταξικών αγώνων, όπως αυτοί αναπτύσσονται στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού).

Όλα τα παραπάνω έχουν μία βασική συνεπαγωγή. Η οικονομική εξέλιξη του καπιταλισμού δεν εξαρτάται από την «επιθυμία» των ισχυρών ή «ιμπεριαλιστικών» εθνικών κεφαλαίων, αλλά από την ταξική πάλη όπως αυτή αναπαράγεται στο εσωτερικό διαφορετικών εθνικών κρίκων που με τη συνάρθρωσή τους διαμορφώνουν ό,τι έχουμε ορίσει ως παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα (βλ. Κεφάλαιο 7 και 10). Η τελευταία έννοια, που προέρχεται από την παρέμβαση του Λένιν, αποδίδει τους σύνθετους οικονομικούς, πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς που αναπτύσσονται ανάμεσα στους διαφορετικούς και άνισα αναπτυγμένους κοινωνικούς σχηματισμούς. Επιπλέον, αποδίδει το πραγματικό περιεχόμενο του ιμπεριαλισμού, ο οποίος επικαθορίζει αλλά δεν αποκτά ποτέ προτεραιότητα απέναντι στην ταξική πάλη. Η θεωρία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αναγκαστικά αποτελεί τη μελέτη ενός αφηρημένου θεωρητικού αντικειμένου - μίας έννοιας - το οποίο προϋποθέτει ένα κοινωνικό κεφάλαιο και ένα κράτος. Στον υπαρκτό καπιταλισμό, όμως, υπάρχουν πολλά κοινωνικά κεφάλαια και καπιταλιστικά εθνικά κράτη (όπως επίσης υπάρχουν και μη καπιταλιστικοί τρόποι και μορφές παραγωγής στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού). Επομένως, υιοθετώντας την έννοια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας δίνουμε έμφαση στη μόνη θεωρητική κατηγορία που δεν καταργεί τη μαρξική ανάλυση περί κοινωνικού κεφαλαίου αλλά λαμβάνει υπόψη τη δομημένη πολλαπλότητα σε διεθνές επίπεδο.

Πολλά μένει να γραφτούν σχετικά με τη δομή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και την ιστορικότητα που χαρακτηρίζει τις σχέσεις των άνισων κρίκων. Στο Μέρος III επιχειρήσαμε να παραθέσουμε τις βασικές αρχές που ακολουθεί η διεθνής κίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίων, καθώς επίσης και να σκεφτούμε την ιδιαιτερότητά τους στην περίοδο του νεοφιλελευθερισμού. Η πολλαπλότητα των άνισα αναπτυγμένων συνολικών κεφαλαίων ενέχει τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής της (π.χ. τροποποίηση του διεθνούς ανταγωνισμού), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η διεθνής ανισότητα δεν είναι δυναμική στην ανάπτυξή της. Οι ανισότητες στους κρίκους δεν είναι παγιωμένες, με αποτέλεσμα οι διεθνείς (ιμπεριαλιστικοί) συσχετισμοί να είναι ιστορικά μεταβλητοί ακόμα και στο επίπεδο των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων. Καθοριστικός όρος πάντα είναι η ταξική πάλη.

Η ιστορικότητα αυτή των διεθνών σχέσεων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα αντανακλάται στο εσωτερικό των άνισα αναπτυγμένων κοινωνικών σχηματισμών. Η αντανάκλαση αυτή έχει, όπως είδαμε στο Κεφάλαιο 10, ένα διπλό αποτέλεσμα. Από τη μια πλευρά, διαμορφώνει το πεδίο επάνω στο οποίο αναπτύσσονται διαφορετικές, συχνά αντιφατικές και οπωσδήποτε άνισες σε ισχύ, εθνικές στρατηγικές (δηλαδή πάντα σύνθετα επικαθορισμένες οπό τον ιμπεριαλισμό). Την ίδια στιγμή, όμως, οι άνισοι κρίκοι της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μοιράζονται ένα κοινό στρατηγικό συμφέρον: την αναπαραγωγή τον καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας. Κάθε κρότος, οριοθετώντας μ» στρατηγική στη διεθνή αρένα, δηλαδή σ' ένα πεδίο ρευστών συσχετισμών, συμβάλλει τελικά στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού παγκοσμίως (πάντα στο πλαίσιο σύνθετων αντιθέσεων και αποκλίσεων). Επειδή ο χαρακτήρας της αλυσίδας είναι σύνθετος και ανισομερής, συχνά το εθνικό συμφέρον των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων «απορροφά» καθήκοντα κρίσιμα για την αναπαραγωγή της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης (η άλλη όψη της αντανάκλασης). Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία παγκόσμια αυτοκρατορία είτε υπό τη μορφή ενός υπερεθνικού παγκόσμιου μηχανισμού είτε υπό τη μορφή ενός εθνικού «αυτοκρατορικού» κρίκου. Στη σημερινή εποχή, η Δυτική Συμμαχία, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο των Η ΠΑ, υπερασπιζόμενη τα ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα των κοινωνικών κεφαλαίων της, διαμορφώνει την ίδια στιγμή ένα ηγεμονικό σχέδιο για όλα τα καπιταλιστικά κράτη. Η μοναδική πραγματική «αυτοκρατορία» είναι η ιμπεριαλιστική αλυσίδα στο σύνολό της.

Το επιχείρημα του βιβλίου για τον ιμπεριαλισμό και την καπιταλιστική εξουσία συνιστά ένα βασικό αλλά και γενικό αναλυτικό πλαίσιο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία πολλών σύγχρονων εξελίξεων. Από αυτή την άποψη, δεν εξαντλεί την ανάλυση του φαινομένου του ιμπεριαλισμού, αλλά προσφέρει το έδαφος για πιο συγκεκριμένες μελλοντικές αναλύσεις. Τα επόμενα τρία κεφάλαια κινούνται προς αυτή περίπου την κατεύθυνση.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ