ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ο πετεινός του San Michele: Γενιές, κινήματα και κοινός τόπος της συνάντησης (?)


Αναδημοσίευση από το "Anansi Tactics"
Ι.
Το 1870, στην ταινία San Michele aveva un gallo των αδερφών Taviani, ο αναρχικός διεθνιστής Giulio Manieri οδηγεί μια χούφτα συντρόφων σε μια αποτυχημένη εξέγερση στην Ούμπρια — την ορεινή περιοχή της κεντρικής Ιταλίας, ανάμεσα σε Τοσκάνη και Ρώμη. Καταδικάζεται σε θάνατο, η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια, και ο Manieri περνά δέκα χρόνια σε απομόνωση — επιβιώνοντας κάνοντας διαλόγους με τον εαυτό του, σκηνοθετώντας πολιτικές συζητήσεις στο κελί του.
Όταν τελικά μεταφέρεται, συναντά μια νέα γενιά επαναστατών — μαρξιστές. Τους μιλά με τον παλιό του ενθουσιασμό. Εκείνοι τον κοιτούν σαν απολίθωμα. Ο Manieri, ανήμπορος να αντέξει την απόρριψη από τους «δικούς του», αυτοκτονεί.

Η ταινία είναι, κατά τον Morando Morandini — τον Ιταλό κριτικό κινηματογράφου του οποίου το λεξικό Il Morandini θεωρείται «Βίβλος των σινεφίλ» — «μια γοητευτική αλληγορία για τη σύγκρουση μεταξύ δύο τρόπων κατανόησης της επανάστασης». Είναι όμως και κάτι ακόμη: μια αλληγορία για το τι συμβαίνει όταν οι γενιές συναντιούνται μέσα στους χώρους του αγώνα — και η μία δεν αναγνωρίζει την άλλη.

Αυτό το κείμενο ξεκινά από εκεί: από τη στιγμή της μη-αναγνώρισης. Και ρωτά: τι σημαίνει «γενιά» μέσα στα κινήματα; Πώς συναντιούνται — ή αποτυγχάνουν να συναντηθούν — αυτοί που αγωνίζονται εδώ και δεκαετίες με αυτούς που μπήκαν χθες στον αγώνα;

ΙΙ.
Για να απαντήσουμε, χρειαζόμαστε κάποια εργαλεία. Από τη δεκαετία του '60 και μετά, έχει αναπτυχθεί στην κοινωνιολογία ένα πεδίο που ασχολείται ειδικά με τη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων — γιατί ξεσπούν, πώς οργανώνονται, τι πετυχαίνουν ή αποτυγχάνουν να πετύχουν. Οι μελετητές αυτού του πεδίου έχουν ασχοληθεί εκτενώς με ένα κεντρικό ζήτημα: τη συλλογική ταυτότητα — δηλαδή με το πώς μια ομάδα ανθρώπων καταλήγει να νιώθει και να δρα ως «εμείς».

Ο Alberto Melucci, Ιταλός κοινωνιολόγος που υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μελετητές των κινημάτων από τη δεκαετία του '80 μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 2001 (Challenging Codes, 1996), όρισε τη συλλογική ταυτότητα ως «έναν διαδραστικό και κοινό ορισμό που παράγεται από πολλούς δρώντες». Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι το «εμείς» δεν είναι κάτι δεδομένο — δεν υπάρχει από πριν και απλώς «ανακαλύπτεται». Αντίθετα, συγκροτείται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση: μέσα από συζητήσεις, συγκρούσεις, συμβιβασμούς, κοινές εμπειρίες. Κάθε φορά που μια ομάδα συζητάει τι θέλει να πετύχει, με ποια μέσα, ποιοι είναι «μέσα» και ποιοι «έξω», διαμορφώνει ταυτόχρονα την ταυτότητά της. Η ταυτότητα είναι διαδικασία, όχι κατάσταση.

Η Nancy Whittier, Αμερικανίδα κοινωνιολόγος, μελέτησε πώς εξελίχθηκε το ριζοσπαστικό φεμινιστικό κίνημα στο Ohio από τη δεκαετία του '60 μέχρι τη δεκαετία του '90 (Feminist Generations, 1995). Αυτό που ανακάλυψε ήταν κρίσιμο: ακτιβίστριες που μπήκαν στο κίνημα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές — ακόμη κι αν η απόσταση ήταν λίγα χρόνια — είχαν ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει φεμινισμός. Και αυτές οι αντιλήψεις τείνουν να παραμένουν σταθερές σε βάθος χρόνου — ακόμα κι αν οι πρακτικές αλλάζουν. Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι η χρονολογική ηλικία, αλλά η στιγμή εισόδου στον αγώνα: τι βρήκες όταν μπήκες, ποιο ήταν το πολιτικό κλίμα, ποιες οι επείγουσες ερωτήσεις.

Και εδώ μπαίνει ο Walter Benjamin. Στις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (1940), που τις έγραψε λίγους μήνες πριν αυτοκτονήσει περνώντας τα σύνορα καταδιωκόμενος από τους ναζί, υπάρχει μια φράση που μας αφορά άμεσα: «Κάθε γενιά που προηγήθηκε από εμάς, μας έχει προικίσει με μια αδύναμη μεσσιανική δύναμη, μια δύναμη στην οποία το παρελθόν έχει αξίωση». Τι σημαίνει αυτό; Ότι η νέα γενιά δεν κληρονομεί απλώς εργαλεία αγώνα — κληρονομεί ένα χρέος. Οι ηττημένοι του παρελθόντος, οι ξεχασμένοι, αυτοί που έδωσαν μάχες χωρίς να δουν τον καρπό, «απαιτούν» κάτι από τους επόμενους. Η δύναμη είναι «αδύναμη» γιατί δεν εγγυάται τίποτα — αλλά υπάρχει.

Για τον Benjamin, αυτός που θέλει να καταλάβει την ιστορία πρέπει να τη διαβάζει «αντίθετα στη φορά της» — να μην αποδέχεται την αφήγηση των νικητών, αλλά να ανασύρει τις φωνές που σιγήθηκαν, να ξαναδώσει χρόνο σε ό,τι έμεινε στο περιθώριο.

Έτσι φτάνουμε σε ένα κεντρικό ζήτημα: η συνάντηση διαφορετικών γενεών εντός των κοινωνικών κινημάτων είναι ταυτόχρονα ζήτημα ταυτότητας (ποιοι είμαστε μαζί), ζήτημα μνήμης (τι κουβαλάμε από το παρελθόν), και ζήτημα αναγνώρισης (αν βλέπουμε τον άλλον ως «δικό μας»).

III.

Ο Μάκης Παππούλιας — αγωνιστής της δεκαετίας του '60, μέλος της ΕΔΑ, αδελφικός φίλος του δολοφονημένου Σωτήρη Πέτρουλα (1) — μου είχε πει κάποτε μια ιστορία.

Μια παρέα Μανιατών, λοιπόν, 17-18 χρονών, στα τέλη της δεκαετίας του '50, ήθελαν να ξεφύγουν από το μεταεμφυλιακό πλαίσιο — ιδιαίτερα σκληρό στη Μάνη, όπου οι δεξιές παρακρατικές συμμορίες είχαν οργιάσει. (Η ίδια η οικογένεια Πέτρουλα είχε χάσει 31 μέλη της μεταξύ 1943 και 1950 — και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αθήνα το 1946 για να σωθεί.) Αυτοί οι νέοι ήθελαν να «χαθούν» στην ανωνυμία της πρωτεύουσας. Άκουγαν για τους «εξόριστους» — τους κομμουνιστές που είχαν περάσει Μακρονήσους και Γυάρους, μυθικές φιγούρες.

Όταν επιτέλους ήρθαν σε επαφή μαζί τους; Τα ρούχα τους ήταν παλιομοδίτικα. Τους θεώρησαν «αμόρφωτους». Δεν αναγνώριζαν σε αυτούς τους ανθρώπους — που είχαν υποστεί βασανιστήρια, εξορίες, χρόνια απομόνωσης — τον «αγωνιστή» όπως τον είχαν φανταστεί.

Η αναγνώριση δεν έρχεται αυτόματα. Οι πολιτισμικοί κώδικες λειτουργούν ως φίλτρα που μπορούν να παγώσουν τη συνάντηση πριν καν αρχίσει.

IV.

Οι Social Waste, στον τελευταίο τους δίσκο, έχουν ένα τραγούδι με τίτλο «τα ιερατεία της ορθοδοξίας» — και θέτουν ένα άλλο ζήτημα, από την αντίθετη οπτική. Δεν τραγουδούν για τους νέους που αδυνατούν να αναγνωρίσουν τους παλιούς. Τραγουδούν για τους «πατέρες» — αυτούς που χρησιμοποιούν την εμπειρία και το κύρος τους εντός των συλλογικοτήτων και των οργανώσεων από τα κάτω για να επιβάλλουν τη γραμμή τους.

(Και είναι συνήθως άντρες — κάτι που δεν είναι τυχαίο. Το ζήτημα της γενιάς διαπλέκεται με έμφυλους διαχωρισμούς: ποιος παίρνει τον λόγο στη συνέλευση, ποιος θεωρείται «θεωρητικός», ποιος αναλαμβάνει τις αόρατες δουλειές της φροντίδας και της οργάνωσης.)

Μιλούν για τα «ιερατεία της ορθοδοξίας» που εγκαθίστανται στους χώρους του κινήματος. Το μοτίβο βέβαια ξεπερνά έναν συγκεκριμένο χώρο: αφορά κάθε συλλογικότητα που αυτοπεριγράφεται οριζόντια και καταλήγει να αναπαράγει ιεραρχίες. Μιλούν για τους «τελετάρχες» των συνελεύσεων — αυτούς που ξέρουν πότε να μιλήσουν, πώς να διατυπώσουν, πώς να κλείσουν τη συζήτηση. Αυτούς που η παρουσία τους βαραίνει περισσότερο από τη φωνή τους. Η κριτική είναι σαφής: η εμπειρία, αντί να γίνει κοινός πόρος, γίνεται μοχλός εξουσίας.

Οι προσεγγίσεις των κοινωνικών κινημάτων δίνουν γλώσσα σε αυτή τη δυναμική. Ο Melucci είχε περιγράψει τη συλλογική ταυτότητα ως πεδίο συνεχούς διαπραγμάτευσης για τους στόχους, τα μέσα και το πεδίο δράσης. Το κρίσιμο είναι ότι μέσα σε αυτή τη διαπραγμάτευση, οι πόροι κατανέμονται άνισα. Και η εμπειρία είναι πόρος — και μάλιστα από τους πιο σημαντικούς. Η γνώση του «πώς γίνονται τα πράγματα», η μνήμη των προηγούμενων αγώνων (τι δούλεψε, τι απέτυχε, ποιος ήταν αξιόπιστος), το δίκτυο των σχέσεων — όλα αυτά δίνουν δύναμη σε όποιον τα κατέχει. Μπορούν να λειτουργήσουν χειραφετητικά: να μοιραστούν, να μεταδοθούν, να γίνουν κοινό κτήμα. Αλλά μπορούν και να μονοπωληθούν, να αξιοποιηθούν για αποκλεισμούς, να γίνουν τρόπος να κρατάς τους νεότερους σε απόσταση.

V.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο ζήτημα της γενιάς. Τι είναι «γενιά» εντός των κινημάτων;

Ο Karl Mannheim, ήδη από το 1928, είχε θεωρητικοποιήσει την «τοποθεσία γενιάς»: η συνείδηση μιας γενιάς διαμορφώνεται από μεγάλα ιστορικά γεγονότα που βιώνει κατά τη νεότητά της. Η απλή χρονολογική συγχρονία δεν αρκεί· χρειάζεται ενεργή εμπλοκή σε γεγονότα που αφήνουν αποτύπωμα. Με άλλα λόγια: η γενιά δεν ορίζεται από το πότε γεννήθηκες, αλλά από το τι σε πολιτικοποίησε.

Αν ξεκινήσουμε, ας πούμε, από τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα: οι στρωματώσεις είναι πολλαπλές. Η δεκαετία του '80 με τις μεγάλες απεργίες. Η δεκαετία του '90 με τα φοιτητικά και τα αντιπολεμικά. Το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα στα 2000s — Γένοβα, κοινωνικά φόρουμ. Τα φοιτητικά του 2006-2007. Ο Δεκέμβρης του 2008 — η εξέγερση που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά. Οι πλατείες του 2011 και τα κινήματα της λιτότητας. Η δολοφονία Ζακ και η πολιτικοποίηση γύρω από το έμφυλο και την κρατική βία. Τα Τέμπη.

Κάθε στιγμή παρήγαγε διαφορετικά πολιτικά υποκείμενα, με διαφορετικές κατανοήσεις, ρεπερτόρια δράσης, αισθητικές. (Υπάρχει μία άποψη που λέει ότι το μπουφανάκι North Face έγινε κινηματική μόδα μετά την εξέγερση του 2008 — όταν έγιναν πλιάτσικα σε καταστήματα αθλητικών ειδών και τέτοια μπουφάν μοιράστηκαν στους εξεγερμένους. Η διάσταση αυτή δείχνει πόσο η αισθητική συνδέεται με τη στιγμή πολιτικοποίησης.) Δεν πρόκειται για γραμμική διαδοχή· πρόκειται για στρώματα που συνυπάρχουν, αλληλοδιαμορφώνονται και ορισμένες φορές συγκρούονται.

Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος, μαζί με τους συνεργάτες του, στο βιβλίο οι millennials στον δρόμο (2023), επιχειρούν να χαρτογραφήσουν αυτή την περιπλοκότητα. Το βιβλίο εξετάζει τη γενιά που πολιτικοποιήθηκε στη δεκαετία της κρίσης — μια γενιά που εντάσσεται σε υπερεθνικό παράδειγμα. Ως digital natives, οι millennials τείνουν προς οριζόντιες, αποκεντρωμένες, μη ιεραρχικές δομές οργάνωσης. Η πολιτικοποίησή τους εκκινεί από συνθήκες διευρυμένης επισφάλειας και βαθιάς καχυποψίας προς το πολιτικό σύστημα. Ταυτόχρονα, η ίδια η επισφάλεια δημιουργεί μια τάση προς εξατομίκευση: όταν δεν υπάρχουν σταθερές δομές υποστήριξης, κάθε άνθρωπος αναγκάζεται να «τα βγάλει πέρα» μόνος του. Η συλλογικότητα συνυπάρχει, λοιπόν, με τον ατομικισμό — και η ένταση αυτή είναι ορατή σε πολλά κινηματικά περιβάλλοντα.

Το βιβλίο θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα που αφορά άμεσα το θέμα μας: πώς μια γενιά που μεγάλωσε με την επισφάλεια και την απογοήτευση από τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής αντιμετωπίζει τις δομές που κληρονόμησε από προηγούμενες γενιές; Πώς διαπραγματεύεται τη σχέση της με μια εμπειρία που δεν είναι δική της;

Και μετά έρχεται η γενιά Z — τα παιδιά των «πολυκρίσεων». Η πιο αχαρτογράφητη γενιά: αυτή που πολιτικοποιείται τώρα, με τους δικούς της κώδικες.

VI.

Η συζήτηση για τις γενιές μας οδηγεί σε ένα πρακτικό ζήτημα. Ένας φίλος μου είπε πρόσφατα ως διαπίστωση: «Τα καλύτερα μυαλά αυτή τη στιγμή είναι εκτός συλλογικοτήτων». Άνθρωποι που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν μένουν εκτός. Όχι από αδιαφορία, ούτε απαραίτητα από κάποια οπτική ιδιώτευσης (ισχύει βέβαια και αυτό), αλλά επειδή οι υπάρχουσες δομές δεν τους χωρούν — ή επειδή η ζωή τους δεν χωράει με τον τρόπο που έχουν συνηθίσει να λειτουργούν οι δομές.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι κάποιος μπορεί να δουλεύει πρωί, να φροντίζει γονείς ή παιδιά. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Μπορεί και οι ίδιες οι ανάγκες να έχουν αλλάξει — να υπάρχει μια αναζήτηση για κάτι διαφορετικό: χρόνος πιο ποιοτικός με ανθρώπους που αγαπάς, τρυφερότητα που θέλεις να δώσεις και να πάρεις, μια ζωή που δεν εξαντλείται στον αγώνα αλλά χωράει και την κατ'επιλογή φροντίδα των αγαπημένων σου. Κι όμως, πολλές φορές οι χώροι λειτουργούν σαν να πρέπει να διαλέξεις: ή είσαι μέσα ολοκληρωτικά, ή είσαι έξω.

Το κρίσιμο ερώτημα γίνεται λοιπόν: πώς δημιουργούμε χώρους που επιτρέπουν διαφορετικές εντάσεις συμμετοχής; Πώς αναγνωρίζουμε ότι η ζωή έχει πολλαπλές διαστάσεις — παιδιά, γονείς που χρειάζονται φροντίδα, αγαπημένοι φίλοι, σώμα που κουράζεται — και ταυτόχρονα ο άνθρωπος παραμένει πολιτικό υποκείμενο, όχι «μισό» αλλά ολόκληρο;

VII.

Τι θα σήμαινε, λοιπόν, η δημιουργία κοινού τόπου συνάντησης;

Για τους παλιότερους, κάτι συγκεκριμένο — και τρομερά δύσκολο: να κάνουν πίσω. Να ακούσουν το νέο υποκείμενο. Αυτό είναι η σωστή γραμμή — ιστορικά, πολιτικά. Κάθε γενιά, έγραφε ο Benjamin, έχει το καθήκον να «λυτρώσει» τις προηγούμενες. Η λύτρωση, όμως, δεν συμβαίνει όταν οι προηγούμενες γενιές κρατούν σφιχτά τον χώρο ως ιδιοκτησία.

Το να κάνεις πίσω, ωστόσο, είναι μια τέχνη. Είναι αλλαγή ρόλου: να αποποιηθείς τον ρόλο που είχες, να βρεις έναν νέο. Και αυτό απαιτεί κάτι που σπάνια αναγνωρίζουμε: πένθος. Πένθος για αυτό που ήσουν, για τη θέση που κατείχες, για την αναγνώριση που είχες μάθει να περιμένεις. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους άντρες — που συχνά έχουν συνηθίσει να θεωρούν τον πρώτο λόγο δικαίωμά τους. 

Οι μελετητές των κοινωνικών κινημάτων έχουν ασχοληθεί με το πώς μεταδίδεται η πολιτική δέσμευση από γενιά σε γενιά — πώς παλιότεροι ακτιβιστές λειτουργούν ως «γέφυρες» προς τους νεότερους, μεταφέροντας γνώσεις και πρακτικές. Η έρευνα δείχνει κάτι απαιτητικό: η μετάδοση θέλει συνειδητή εργασία και από τις δύο πλευρές· και συχνά σκοντάφτει στην αδυναμία να βρεθεί κοινή γλώσσα.

Να αποποιηθείς τον ρόλο που είχες σημαίνει να αποδεχτείς ότι η εμπειρία σου δεν σου δίνει αυτομάτως δικαίωμα στον πρώτο λόγο. Ότι αυτό που έμαθες είναι πολύτιμο όταν προσφέρεται, όχι όταν επιβάλλεται. Ότι ο ρόλος του «μνημοφύλακα» — αυτού που κρατάει ζωντανή τη μνήμη των αγώνων, που μπορεί να πει «αυτό το δοκιμάσαμε, να τι έγινε», που προσφέρει ανατροφοδότηση χωρίς να απαιτεί υπακοή — είναι διαφορετικός από τον ρόλο του «ηγέτη». Και συχνά πιο σημαντικός.

VIII.

Αλλά η δυσκολία δεν είναι μονόπλευρη.

Εξίσου δύσκολο είναι για τη νέα γενιά να αναγνωρίσει ότι η εμπειρία δεν είναι αυτομάτως «μπουμερισμός». Ότι υπάρχει γνώση που έχει αποκτηθεί μέσα από αγώνες — γνώση για το τι λειτουργεί και τι όχι, γνώση για τις παγίδες, γνώση για λάθη που δεν χρειάζεται να επαναληφθούν.

Κι εδώ εμφανίζεται μια λιγότερο «ρομαντική» αλήθεια: οι οριζόντιες διαδικασίες δεν είναι ουδέτερες. Έχουν κόστος. Και το κόστος δεν κατανέμεται πάντα ισότιμα. Μια συνέλευση που ξεκινά «όποτε μαζευτούμε» και τελειώνει ξημερώματα, μια διαδικασία που απαιτεί διαρκή πολύωρη παρουσία για να έχεις λόγο, μια κουλτούρα που συγχέει τη δέσμευση με την εξάντληση, λειτουργεί ως φίλτρο. Μπορεί να βγάλει έξω τον μεγαλύτερο που δεν αντέχει σωματικά την πολύωρη ένταση. Τον άνθρωπο που δουλεύει πρωί. Τον γονιό. Αυτόν που φροντίζει κάποιον άλλον. Εκείνον που δεν μπορεί να ζήσει πολιτικά με τον νυχτερινό ρυθμό ως προϋπόθεση του «ανήκειν». Ακόμη και τον άνθρωπο που δεν καπνίζει ή δεν πίνει και νιώθει ότι η άτυπη κοινωνικότητα — η «πραγματική ένταξη» — συμβαίνει πάντα αλλού: στο τσιγάρο, στο ποτό, στο μετά.

Υπάρχει μια κλασική συζήτηση στην πολιτική θεωρία — ανάμεσα, για παράδειγμα, στον Habermas, που πίστευε ότι η δημοκρατική συζήτηση μπορεί να είναι «καθαρή», βασισμένη μόνο στη δύναμη του καλύτερου επιχειρήματος, και σε κριτικές φωνές όπως η Chantal Mouffe ή η Iris Marion Young, που υπενθύμιζαν κάτι άβολο: κάθε συζήτηση γίνεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο, με συγκεκριμένους κανόνες — και αυτοί οι κανόνες δεν είναι ποτέ ουδέτεροι. Ποιος ξέρει να μιλάει «σωστά»; Ποιος έχει μάθει να διατυπώνει επιχειρήματα με τον τρόπο που αναγνωρίζεται ως έγκυρος; Ποιος νιώθει άνετα να πάρει τον λόγο;

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την «οριζοντιότητα» στις συλλογικότητες. Όταν γίνεται απόλυτη απαίτηση — όταν όλοι πρέπει να είναι παρόντες σε όλα, να συμμετέχουν σε όλα, να αντέχουν τα πάντα — τότε γεννιέται μια νέα ιεραρχία. Όχι εμπειρίας ή θεωρίας, αλλά αντοχής και διαθεσιμότητας. 

Ποιος μπορεί να μείνει ξύπνιος μέχρι τις 3 τα ξημερώματα; Ποιος δεν έχει κανέναν να φροντίσει το πρωί; Ποιος αντέχει σωματικά τις πολύωρες συνελεύσεις; Ποιος έχει τη ζωή του έτσι στημένη ώστε να είναι συνεχώς παρών/παρούσα; Αυτοί κερδίζουν φωνή — όχι επειδή έχουν δίκιο, αλλά επειδή απλώς άντεξαν να μείνουν μέσα στο δωμάτιο. Μια «τυραννία της συμμετοχής», όπου το μέτρο του πολιτικού γίνεται η φυσική παρουσία.

Στην πράξη αυτό σημαίνει μικρές αλλά κρίσιμες μετατοπίσεις: συνελεύσεις με σαφή ώρα έναρξης και λήξης, μικρότερη διάρκεια, σπάσιμο σε ομάδες εργασίας, εναλλαγή ρόλων χωρίς εξάντληση, πρακτικά και ανακεφαλαιώσεις για όσους δεν μπόρεσαν να είναι εκεί, δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής χωρίς να χρειάζεται κάποιος να είναι παρών σε κάθε συνάντηση. Μια πολιτική της συλλογικότητας που ενσωματώνει μια πολιτική της φροντίδας — όχι ως ηθικό συμπλήρωμα, αλλά ως όρο δυνατότητας για να μένει ο κόσμος μέσα.

IX.

Υπάρχει κάτι που συζητάμε μεταξύ φίλων: η χαρά του να ανακαλύπτεις τον τροχό — και η κούραση του να βλέπεις άλλους να τον ξανανακαλύπτουν.

Για τη νέα γενιά, η ανακάλυψη μιας ιδέας, μιας τακτικής, ενός τρόπου οργάνωσης είναι συναρπαστική. Η αίσθηση ότι «το βρήκαμε», ότι «αυτό είναι καινούργιο», ότι «εμείς το κάνουμε αλλιώς» είναι κινητήρια δύναμη. Η βιβλιογραφία για τη μάθηση εντός των κινημάτων δείχνει ότι τα κινηματικά υποκείμενα μαθαίνουν «κάνοντας» — μέσα από δοκιμή και λάθος, μέσα από την πράξη. Η ανακάλυψη είναι μέρος της διαδικασίας, όχι απλώς αποτέλεσμά της.

Για τον κινηματικό κόσμο που έχει εμπλακεί στην οργάνωση για χρόνια, όμως, η επανάληψη μπορεί να είναι εξουθενωτική. Μια μελέτη με μακροχρόνιους οργανωτές στον Καναδά (δεν θυμάμαι ποια, θα γίνει update) διαπίστωνε ότι συχνά είναι απογοητευτικό να βλέπεις «τις ίδιες διαφωνίες, συζητήσεις και τακτικές να ανακυκλώνονται λόγω έλλειψης διαγενεακού διαλόγου». Αντί τα κινήματα να μαθαίνουν από προηγούμενες εμπειρίες και να προχωρούν, μπορεί να παγιδεύονται σε ατέρμονες συζητήσεις για τον «σωστό τρόπο να κάνεις επανάσταση». Η απώλεια συσσωρευμένης γνώσης — λόγω αδυναμίας μετάδοσης — κρατάει τα κινήματα πίσω.

Και όμως, εδώ κρύβεται μια δύσκολη αλήθεια: η επανάληψη δεν είναι μόνο αποτυχία. Η νέα γενιά δεν ξαναφτιάχνει ακριβώς τον ίδιο τροχό· τον φτιάχνει σε νέες συνθήκες, με νέα υλικά, για νέους δρόμους. Όπως έγραψε ο Laurence Cox — Ιρλανδός κοινωνιολόγος, που είναι και ο ίδιος κινηματίας εδώ και δεκαετίες — η μάθηση εντός των κινημάτων είναι ηθική αναγκαιότητα: το να μαθαίνεις μόνο όταν εσύ και το κίνημά σου περνάτε κάτι οι ίδιοι είναι συνταγή για παρατεταμένη ταλαιπωρία. Η εναλλακτική, όμως, δεν είναι παθητική αποδοχή της γνώσης των προηγούμενων· είναι ενεργή διαπραγμάτευσή της.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι πώς θα εξαφανίσουμε την επανάληψη — κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και ίσως ανεπιθύμητο. Το ερώτημα είναι πώς η παλιά γενιά μπορεί να προσφέρει την εμπειρία της χωρίς να σκοτώσει τη χαρά της ανακάλυψης. Πώς μπορεί να πει «εδώ έχει παγίδα» χωρίς να πει «εσείς δεν ξέρετε». Πώς γίνεται κάποιος φύλακας της μνήμης χωρίς να γίνεται εμπόδιο στην κίνηση.

Η Francesca Polletta, Αμερικανίδα κοινωνιολόγος, έδειξε στο βιβλίο της Freedom Is an Endless Meeting (2002) ότι η ριζοσπαστική δημοκρατία στα αμερικανικά κινήματα σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικές περιόδους — και ότι κάθε γενιά χτίζει τις δικές της πρακτικές, εν μέρει ως απάντηση στις αποτυχίες των προηγούμενων. Η «αρνητική μνήμη» — η μνήμη του τι πήγε στραβά — διαμορφώνει τη νέα γενιά τόσο όσο και η θετική. Για να λειτουργήσει αυτή η δυναμική, χρειάζεται επαφή και διάλογος, όχι αδιαφορία.

X.

Ο Giulio Manieri δεν αυτοκτόνησε επειδή οι νέοι μαρξιστές είχαν δίκιο και αυτός άδικο. Αυτοκτόνησε επειδή δεν υπήρχε χώρος συνάντησης. Η σύγκρουση έγινε απόρριψη, και η απόρριψη έγινε εξαφάνιση.
Οι συλλογικότητες δεν είναι μόνο μηχανισμοί εξωστρεφούς πολιτικής δράσης. Είναι και χώροι όπου άνθρωποι βρίσκουν νόημα, αναγνώριση, κοινότητα. Η συλλογική ταυτότητα, μας υπενθυμίζει ο Melucci, περιλαμβάνει και τη συναισθηματική διάσταση — το αίσθημα του ανήκειν. Όταν οι χώροι γίνονται στενοί για ορισμένες ηλικίες ή εμπειρίες, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο απώλεια γνώσης· είναι απώλεια ανθρώπων.

Και η απώλεια ανθρώπων είναι πάντα πολιτική ήττα.

Ο Manieri πέθανε μόνος του σε μια βάρκα στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Δεν χρειάζεται να τον ακολουθήσουμε.


(1): (Ο Σωτήρης Πέτρουλας δολοφονήθηκε στις 21 Ιουλίου 1965, κατά τη διάρκεια των «Ιουλιανών» — της περιόδου μαζικών διαδηλώσεων που ακολούθησε την πολιτική κρίση της «Αποστασίας», όταν ο βασιλιάς αρνήθηκε να αποδεχτεί τον Γεώργιο Παπανδρέου ως πρωθυπουργό. Ήταν 23 χρονών, φοιτητής, στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη.)


κείμενα έμπνευσης:

Alberto Melucci, Challenging Codes: Collective Action in the Information Age (Cambridge University Press, 1996)
Nancy Whittier, Feminist Generations: The Persistence of the Radical Women's Movement (Temple University Press, 1995)
Karl Mannheim, «The Problem of Generations» (1928), στο Essays on the Sociology of Knowledge
Walter Benjamin, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (1940)
Francesca Polletta, Freedom Is an Endless Meeting: Democracy in American Social Movements (University of Chicago Press, 2002)
Laurence Cox & Alf Gunvald Nilsen, We Make Our Own History: Marxism and Social Movements in the Twilight of Neoliberalism (Pluto Press, 2014)
Δημήτρης Παπανικολόπουλος κ.ά., Οι millennials στον δρόμο (Σαββάλας, 2023)
Paolo & Vittorio Taviani, San Michele aveva un gallo (1972)
Social Waste, «Ιερατεία» (2024)

κείμενο: Ακταιωρός Σαμάνο_

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ