ΦΩΤΙΑ ΣΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ!
Αγωνιζόμαστε για την "ΣΥσπείρωση της ΡΙΖοσπαστικής Αριστεράς" στην κατεύθυνση της κοινής δράσης στους μαζικούς χώρους και τα κοινωνικά κινήματα, και παράλληλα για την πολιτική της συγκρότηση σε ένα ενιαίο αμεσοδημοκρατικό πολιτικό φορέα

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

Επιστήμονες ή ειδικοί;



Ένα επίκαιρο άρθρο του Ιταλού δημοσιογράφου και κοινωνικού θεωρητικού Marco D’ Eramo, για τον ρόλο και τη χρήση της επιστήμης από την πολιτική στο πλαίσιο της πανδημίας.

 του Marco D’ Eramo[1]
 Αναδημοσίευση από το "Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς"
Μετάφραση [2]: Νεφέλη Ραψομανίκη, Αντώνης Γαλανόπουλος 

Ποτέ ξανά δεν είδαμε τόσες λευκές ρόμπες όσες τον περασμένο χρόνο: επιδημιολόγοι, ιολόγοι, λοιμωξιολόγοι, γιατροί και κλινικοί όλων των ειδικοτήτων, από την ανάνηψη έως την πνευμονολογία, ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια από κάθε εκπομπή ειδήσεων. Χάρη στον Covid, φαίνεται ότι οι επιστήμονες έχουν εισβάλει στην κοινωνία. Είναι, όμως, αυτή η εισβολή προσωρινό φαινόμενο ή προορίζεται να γίνει μόνιμη κατοχή; Ίσως ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε πώς ανταποκρίθηκε η επιστήμη αυτήν την πρόσφατη περίοδο και πώς έχει αλλάξει η σχέση μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας – μια αμφίσημη σχέση στην καλύτερη περίπτωση, γεγονός που καταδεικνύεται από την αντίσταση που έχουν αντιμετωπίσει οι προσπάθειες εμβολιασμού μέχρι στιγμής, ακόμη και ανάμεσα σε ορισμένους υγειονομικούς.

Όπως επισήμανε η φιλόσοφος της επιστήμης Isabelle Stengers σε πρόσφατη συνέντευξή της, αυτή η σχέση κατακλύστηκε πρόσφατα από πανικό. Η χρήση αυτής της λέξης είναι ενοχλητική, γιατί οι περισσότεροι είναι απρόθυμοι να παραδεχτούν ότι έχουν κυριευτεί από αυτό το συναίσθημα. Ωστόσο, αυτός είναι ο κατάλληλος όρος: «ο εγκλεισμός πρέπει να γίνει κατανοητός από την σκοπιά μιας πανικοβλημένης αντίδρασης. Και όταν πανικοβαλλόμαστε, ξεχνάμε πολλά πράγματα. Αντιδρούμε υπό την πίεση μιας έκτακτης ανάγκης, η οποία μας εμποδίζει να σκεφτόμαστε. Έχουμε καθοδηγηθεί από τον πανικό και αυτός έχει οξύνει όλες τις κοινωνικές ανισότητες και σχέσεις εξουσίας… Κατά βάθος, νομίζω ότι αυτό που είδαμε ήταν μια αδιαφορία για οτιδήποτε δεν εντάσσεται στη διαδικασία διαφύλαξης της δημόσιας τάξης».

H Stengers παρατηρεί επίσης ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η επιστήμη πρέπει να συζητηθεί στον πληθυντικό παρά στον ενικό αριθμό:
Όσον αφορά τις επιστήμες, αυτό που πραγματικά με πληγώνει ήταν να παρακολουθώ ομιλίες – από γιατρούς, συγκεκριμένα – για την «επιστήμη», και να βλέπω τους πολιτικούς να παπαγαλίζουν βολικά τον όρο («ακούμε την επιστήμη»). Ξαφνικά, σε μια ακόμα παρόρμηση πανικού, ξέχασαν την πολιτική, ανοίγοντας τον δρόμο για μια «επιστήμη» που άρχισε να μας καθοδηγεί. Στην πραγματικότητα, είναι πάντα κακή ιδέα να απευθύνουμε στην «επιστήμη» το ερώτημα «τι να κάνουμε;», και αυτό επειδή δεν είναι αυτή η δουλειά της. Ο ρόλος της είναι να επιχειρεί να θέτει ερωτήματα για τα οποία είναι αρμόδια να απαντήσει. Μόλις αναφερθούμε στην «επιστήμη», παραγνωρίζουμε τη συνάφεια των ερωτημάτων της. Είναι σαν να υπήρχε μια καθολική επιστημονική μέθοδος, ικανή να ανταποκρίνεται σε όλα αντικειμενικά. Είναι επίσης ένας τρόπος φίμωσης των ανθρώπων, καθώς είναι γνωστό ότι οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν την «επιστήμη». Βρίσκω εντυπωσιακό πως το πλήθος των «επιστημών» προχώρησαν στην ενοποιητική, ενικού αριθμού ονομασία της «επιστήμης». Αυτός ο πληθυντικός αριθμός βασίζεται ακριβώς στα διαφορετικά αντικείμενα που κάθε μια εκ των επιστημών - και στα ερωτήματα που θέτουν - πραγματεύεται και στα οποία ανταποκρίνεται όπως κρίνει κατάλληλα.

Όταν οι πολιτικοί ισχυρίζονται ότι ακούνε την επιστήμη, στην πραγματικότητα καταφεύγουν σε ειδικούς. Και η απόσταση μεταξύ ενός επιστήμονα και ενός ειδικού [3] είναι τεράστια. Όπως μια ομάδα ερευνητών έγραψε στο διαδικτυακό επιστημονικό περιοδικό Scienza in rete:
Ο επιστήμονας επιλέγει το αντικείμενο και τις ερωτήσεις που θα υποβάλλει κατά τη διάρκεια της έρευνας• ο ειδικός – ο οποίος κατέχει συγκεκριμένη εμπειρία αναγνωρισμένης αξίας – καλείται να εφαρμόσει τη γνώση και την κρίση του σε ένα ερώτημα που έχουν θέσει άλλοι. Αυτό δημιουργεί μια σειρά προβλημάτων: 1) Συχνά δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί η απάντηση ενός προβλήματος σε ένα μόνο πεδίο. Η πανδημία Covid-19 έθεσε ταυτόχρονα προβλήματα ιολογικά, επιδημιολογικά, οικονομικά, κοινωνικά: προβλήματα υγειονομικής περίθαλψης, προβλήματα που σχετίζονται με τη δημόσια τάξη και ούτω καθεξής. 2) Είναι απαραίτητο ο ειδικός να ανταποκριθεί στο ζήτημα που αντιμετωπίζει σε περιορισμένο χρονικό διάστημα – ή σε κάθε περίπτωση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας – ελάχιστα συμβατό με τον χρόνο που απαιτείται για έρευνα, η οποία συχνά καταλήγει να εγείρει περισσότερα ερωτήματα, οδηγώντας στην ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση. 3) Οι πολλαπλές διαστάσεις των προβλημάτων υποχρεώνουν τον ειδικό να δίνει απαντήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της αυθεντίας του (λαμβάνοντας υπόψη το επιστημονικό του πεδίο), προκαλώντας πολιτικές συγκρούσεις και διαμάχες που ελάχιστα μοιάζουν με τις περισσότερο στοχευμένες επιστημονικές αντιπαραθέσεις.
Οι συμβουλές των επιστημόνων (ή «ερευνητών», όπως λέγονται συχνά) και των ειδικών τείνουν να αποκλίνουν εξαιτίας πολλών παραγόντων. Μεταξύ αυτών: τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά επίδικα της «γνώμης των ειδικών», η αβεβαιότητα των πληροφοριών στις οποίες βασίζουν τις συμβουλές τους και ο επείγων χαρακτήρας των πολιτικών αποφάσεων που απορρέουν από την παρέμβασή τους. Όταν τα διακυβεύματα είναι υψηλά, τα γεγονότα είναι αβέβαια, οι αξίες αμφισβητούμενες και οι αποφάσεις έχουν κατεπείγοντα χαρακτήρα, τότε μπαίνουμε στο βασίλειο της «μετα-κανονικής επιστήμης» (όπως ορίζεται στο πρωτοποριακό άρθρο3 των Silvio Funtowicz και Jerome Ravetz το 1993).

Η αβεβαιότητα που περιβάλλει τα βασικά δεδομένα της πανδημίας είναι φανερή στην εξής λίστα[4], η οποία καταρτίστηκε από επιδημιολόγους στις 25 Μαρτίου 2020, των πληροφοριών που τότε μας ήταν άγνωστες:
Στα γνωστά άγνωστα περιλαμβάνονται ο πραγματικός επιπολασμός του ιού στον πληθυσμό, ο ρόλος των ασυμπτωματικών περιπτώσεων στην ταχεία εξάπλωση του ιού, ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι αναπτύσσουν ανοσία, οι κυρίαρχες οδοί έκθεσης, η εποχική συμπεριφορά της νόσου, ο χρόνος που απαιτείται για την παγκόσμια διαθεσιμότητα ενός αποτελεσματικού εμβολίου ή μιας θεραπείας και η μη γραμμική ανταπόκριση ατόμων και συλλογικοτήτων στις παρεμβάσεις κοινωνικής αποστασιοποίησης στο περίπλοκο σύστημα κοινοτήτων που διασυνδέονται σε πολλαπλές κλίμακες, με πολλά σημεία καμπής και βρόχους υστέρησης (υπονοώντας ότι η κοινωνία μπορεί να μην είναι σε θέση να ανακάμψει στην κατάσταση που ήταν πριν τις παρεμβάσεις που επέφερε ο κορωνοϊός).
Με εξαίρεση το εμβόλιο, τα παραπάνω «άγνωστα» στοιχεία παραμένουν λίγο-πολύ ασαφή παρά τις χιλιάδες επιστημονικές μελέτες. Το αποτέλεσμα είναι μια έντονη αβεβαιότητα που καθιστά κάθε επιδημιολογική πρόβλεψη υποθετική και αναξιόπιστη. Ωστόσο, για να λάβουν αποφάσεις ως προς τις πολιτικές που θα ακολουθήσουν, οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τώρα μαθηματικά μοντέλα που παράγουν σαφείς αριθμούς μέσω μιας δραστικής απλοποίησης τέτοιων αμφισημιών. (Μερικές φορές, αυτή η ένταση μεταξύ της επιστημονικής αβεβαιότητας και της πολιτικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων εκδηλώνεται δημόσια: ο Δρ. Anthony Fauci, όταν ρωτήθηκε επίμονα από έναν Ρεπουμπλικάνο βουλευτή τον Μάρτιο του 2020 σχετικά με τον ακριβή αριθμό προβλεπόμενων θανάτων από κορωνοϊό, απάντησε: «Δεν υπάρχει καμία αριθμητική απάντηση στην ερώτησή σας!»).

Όλα τα προαναφερόμενα «άγνωστα» στοιχεία εξαρτώνται από διαδικασίες συλλογής δεδομένων που συχνά μπορεί να αποδειχθούν εσφαλμένες. Μετά από έναν χρόνο Covid, ακόμη και τα πιο απλά στοιχεία μας διαφεύγουν, και είναι πιθανό ότι δεν θα καταφέρουμε ποτέ να τα συλλάβουμε. Αυτό οφείλεται εν μέρει στη βαθιά ριζωμένη συνήθεια των κυβερνήσεων να λένε ψέματα στον εαυτό τους. Όσο περισσότερο αυταρχικές είναι, τόσο περισσότερο μπορούν να κάνουν επιλεκτική διαλογή των πιο βολικών για αυτές γεγονότων. Μελέτες που χρησιμοποιούν διάφορους δείκτες του δεσποτισμού δείχνουν μια ισχυρή αντιστρόφως ανάλογη συσχέτιση μεταξύ του αυταρχισμού σε μια δεδομένη χώρα και του αριθμού των θυμάτων από Covid. Όσο πιο σκληρό είναι το καθεστώς, τόσο λιγότερους θανάτους δηλώνει. Τον περασμένο Νοέμβριο, ο διακεκριμένος Ιταλός φυσικός Giorgio Parisi έγραψε ότι ακόμη και σε μια χώρα με σχετική διαφάνεια όπως η Ιταλία, ο επίσημος ρυθμός μετάδοσης (Rt) είναι αναξιόπιστος. Φανταστείτε, λοιπόν, πόσο αξιόπιστες ήταν οι πολιτικές αποφάσεις που βασίστηκαν σε αυτόν.

Θυμάστε πως το 1986 το ραδιενεργό νέφος του Chernobyl σταμάτησε στον Ρήνο και δεν τολμούσε να διασχίσει τα γαλλο-γερμανικά σύνορα (τουλάχιστον σύμφωνα με τα Γαλλικά υγειονομικά στατιστικά εκείνης της εποχής); Ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη παρακολουθούσε τα επίπεδα ραδιενέργειας στα τρόφιμά της, οι Γάλλοι χαρούμενα κατανάλωναν λαχανικά τα οποία η τελωνειακή υπηρεσία είχε «καθαρίσει» από οποιαδήποτε ακτινοβολία με μια απλή διοικητική απόφαση. Λοιπόν, ένα παρόμοιο φαινόμενο συνέβη με τον Covid-19 στα σύνορα που χωρίζουν την Ευρώπη και την Ασία. Είναι μυστήριο πώς τα προηγμένα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης μπορούσαν να καταγράφουν τόσο υψηλά ποσοστά θνησιμότητας: εκατοντάδες φορές υψηλότερα από ότι κράτη με λιγότερους πόρους. Ενώ ο κοινωνικός (και κρατικός) έλεγχος στην Κίνα και σε άλλες ασιατικές χώρες έχει διαδραματίσει κάποιον ρόλο, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι περιορισμοί στις απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές του Λάος μπορούν να είναι τόσο διεξοδικοί ώστε να αποτρέπεται εντελώς η μετάδοση. Σε άλλες περιπτώσεις – για παράδειγμα, στη Ρωσία – οι αριθμοί είναι εντελώς πλασματικοί. Επέδειξαν μια αφύσικη κανονικότητα, μέρα με τη μέρα, για σχεδόν ένα χρόνο τώρα. Αλλού, στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου ή στον Άνω Νείλο, το έργο της συλλογής δεδομένων θα απαιτούσε υπεράνθρωπες ικανότητες.

Κατά συνέπεια, τον τελευταίο καιρό, οι αριθμοί κατέληξαν να εξυπηρετούν μια καθαρά ρητορική λειτουργία που φαίνεται να παρέχει βεβαιότητα στο αβέβαιο. Ο ισχυρισμός ότι «χιλιάδες άνθρωποι έχουν πεθάνει» αφήνει περιθώρια για συζήτηση, ενώ η δήλωση «υπήρξαν 12.327 θύματα» ακούγεται αδιαμφισβήτητη. Η «αριθμητική απάντηση» είναι ζωτικής σημασίας για την εδραίωση της εμπιστοσύνης – δικαιολογημένης ή μη – στη τη γνώμη του ειδικού. Αλλά τα μέσα με τα οποία οδηγούμαστε σε αυτούς τους αριθμούς δεν εξετάζονται πάντα.

Σε αυτό το σημείο, η διάκριση της Stengers μεταξύ της μοναδικής και της πληθυντικής «επιστήμης» γίνεται καθοριστικής σημασίας. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν επιστήμες που βασίζονται εξ ολοκλήρου σε δεδομένα που συλλέγονται από τις κεντρικές κυβερνήσεις και τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Οι επιδημιολόγοι βρίσκονται στο έλεος της στατιστικής. Για να δώσουμε ένα μόνο παράδειγμα: μετά από έναν χρόνο Covid, δεν γνωρίζουμε ακόμη τη σωστή μέτρηση της κοινωνικής αποστασιοποίησης. Ένα μέτρο, ενάμισι, δύο, τρία; Διαφέρει ανάλογα με την «γνώμη του ειδικού». Από την άλλη πλευρά, οι λεγόμενες «σκληρές επιστήμες», που βασίζονται σε εργαστηριακά πειράματα, συχνά είναι θωρακισμένες απέναντι στο παιχνίδι των ειδικών. Στο εργαστήριο, ο ειδικός και ο επιστήμονας είναι σύμμαχοι, γιατί οι απαιτήσεις του έξω κόσμου είναι σε συμφωνία με τους στόχους του τελευταίου: για παράδειγμα, η ανακάλυψη του τρόπου παραγωγής του εμβολίου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο επιτυχημένες επιστήμες είναι αυτές που αποφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος: σε αυτές, η ένταση μεταξύ εξωγενών πιέσεων και ενδογενούς λογικής είναι λιγότερο έντονη.

Ωστόσο, όταν εισερχόμαστε στο «μετα-κανονικό» πεδίο, οι επιστήμες επιδέχονται πιο εύκολα χειραγώγηση. Οι ερευνητές που παράγουν εμβόλια ανταποκρίνονται σε ερωτήματα καίρια για την κοινωνία, αλλά όσοι είναι επιφορτισμένοι με τον καθορισμό της ασφάλειας του εμβολίου γίνονται «ειδικοί» και σύρονται στη σφαίρα των συγκρουόμενων συμφερόντων, όπως είδαμε με τον καταιγισμό των αξιολογικών κρίσεων γύρω από το εμβόλιο της AstraZeneca. Για να το θέσουμε ωμά, σε μετα-κανονικές συνθήκες (Chernobyl, Covid-19, υπερθέρμανση του πλανήτη), οι επιστήμες αρχίζουν να ασκούν πολιτική.

Σε ένα από τα καλύτερα άρθρα που γράφτηκαν για το θέμα, με τίτλο «New Pathogen, Old Politics» [5], ο Alex De Waal αφηγείται την ιστορία της επιδημίας της χολέρας στο Αμβούργο το 1892. Είναι ένα διδακτικό επεισόδιο, γιατί οι ιοί και τα ποσοστά μετάδοσής τους μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά φαίνεται ότι πάντα πυροδοτούν παρόμοιες κοινωνικές αντιδράσεις. Σήμερα, έχουμε ξεχάσει ότι τα πρώτα διαβατήρια ανοσίας καθιερώθηκαν από Ιταλικές πόλεις στον ύστερο Μεσαίωνα για τη διευκόλυνση της ελεύθερη κυκλοφορίας διπλωματών και εμπόρων.

Επίσης, ξεχνάμε ότι οι τοπικές ελίτ, όπου κι αν βρίσκονταν, αντιτάσσονταν πάντοτε σε καραντίνες και μέτρα περιορισμού που επέβαλαν οι κεντρικές αρχές, επειδή ανησυχούσαν για την πιθανή ζημία στα οικονομικά τους συμφέροντα. Όπως μας υπενθυμίζει ο De Waal, τον 19ο αιώνα, με την έλευση της αποικιοκρατίας, ο παραλληλισμός με τον πόλεμο έγινε ευρέως διαδεδομένος, με την ανάπτυξη «ενός οπλοστασίου κατά της μόλυνσης στην υπηρεσία της επέκτασης της εξουσίας του αποικιακού κράτους». Στη Γαλλία,
η κυβέρνηση απεικονίζει την ασθένεια ως «εισβολή» από το Λεβάντε και την Ινδία, η οποία δικαιολογούσε στρατιωτικά ιατρικά μέτρα και τη δημιουργία εξωτερικών αναχωμάτων στα υγειονομικά σύνορα της Ευρώπης στη Μέση Ανατολή. Η μεταφορά της «μάχης» με μια ασθένεια, μεταφορά κατάλληλη για την ανοσολογική απόκριση του οργανισμού σε ένα παθογόνο, είναι αταίριαστη με την κοινωνική ανταπόκριση σε μια επιδημία. Παρ’ όλα αυτά, η γλώσσα του πολέμου έχει γίνει τόσο οικεία σήμερα που υιοθετείται απερίσκεπτα – σημάδι μιας πραγματικής ηγεμονίας. Η ροή των γλωσσικών μεταφορών είναι αμφίδρομη. Όποτε υπάρχει κινητοποίηση για πόλεμο ή αυταρχικά μέτρα, οι πολιτικοί ηγέτες καταφέρονται ενάντια στη «μόλυνση» από τους εισβολείς ή τους παρείσακτους, τους οποίους παρομοιάζουν με παθογόνα. Σε περιόδους υγειονομικής κρίσης, αρέσκονται να «κηρύσσουν πόλεμο» σε έναν μικροβιακό «αόρατο εχθρό».
Οι πολεμικές μεταφορές θυμίζουν την «κατάσταση εξαίρεσης» – μια επιστροφή στην «κατάσταση πολιορκίας» παλαιότερων εποχών – στην οποία παραπέμπουν αόριστα οι φετινές απαγορεύσεις κυκλοφορίας, σε αντίθεση με αυτό που το περιοδικό The Economist ονόμασε «κορονόπτικον», θυμίζοντας την περιβόητη φυλακή του Bentham.

Η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας υπό το φως του Covid-19 είναι επομένως ένα περίπλοκο ζήτημα. Οι πολιτικές για την υγεία μας οδηγούν σε μια νέα πολιτική τάξη, μια νέα δομή εξουσίας, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδύνατο να δούμε την κατεύθυνση προς την οποία κινούμαστε. Φυσικά, η παρέλαση των νέων παραλλαγών του ιού μας δίνει μια τρομακτική γεύση ενός περιορισμού χωρίς τέλος, γιατί μόλις η κοινωνία χαλαρώσει, η σκιά μιας ανίκητης μετάλλαξης (Βραζιλιάνικης, Βρετανικής) ξεπροβάλλει. Μπορούμε μονάχα να ελπίζουμε ότι θα ξεφύγουμε τόσο από την κατάσταση πανικού που διαπίστωσε η Stengers όσο και από τον συνεχή φόβο για νέους ιούς, τον οποίον εκμεταλλεύονται οι κυβερνήσεις για να κηδεμονεύουν και να παρακολουθούν τους πολίτες τους.

Ας κλείσουμε καλύτερα με τα σοφά λόγια του De Waal:
Τα κίνητρα για τα μέτρα δημόσιας υγείας – και οι συνέπειές τους – ήταν πάντοτε ευρύτερα του ελέγχου των ασθενειών. Το πολιτικό συμφέρον υπερισχύει της επιστήμης – ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, το πολιτικό συμφέρον νομιμοποιεί ορισμένες επιστημονικές αναγνώσεις και όχι άλλες. Οι πανδημίες είναι η ευκαιρία για πολιτικές αναμετρήσεις, και η ιστορία δείχνει ότι τα γεγονότα και η λογική είναι εργαλεία μάχης, και όχι διαιτητές του αποτελέσματος. Ενώ οι λειτουργοί της δημόσιας υγείας προτρέπουν το κοινό να αναστείλει τις συνήθεις δραστηριότητές του προκειμένου να ισοπεδωθεί η καμπύλη της μετάδοσης του ιού, οι πολιτικοί ηγέτες μας προτρέπουν, επίσης, να αναστείλουμε την κριτική μας, ώστε να μπορέσουν να είναι ένα βήμα μπροστά από την κατακραυγή όταν αυτή έρθει. Σπάνια στην πρόσφατη ιστορία, ο γραφειοκρατικός τρόπος διακυβέρνησης του «βαθέως κράτους» που επιβάλλει υπακοή έχει γίνει τόσο ευρέως αποδεκτός από όλο το πολιτικό φάσμα. Ακριβώς σε μια τέτοια στιγμή, όταν τιμάται ο επιστημονικός ορθολογισμός, πρέπει να έχουμε την πιο βαθιά επίγνωση των πολιτικών χρήσεων της εμπειρογνωμοσύνης.
Για περαιτέρω ανάγνωση: Susan Watkins, ‘Politics and Pandemics’, NLR 125 [6].


Παραπομπές:

[1] Ιταλός δημοσιογράφος και κοινωνικός θεωρητικός. Υπήρξε για πάνω από 30 χρόνια της ιστορικής εφημερίδας il manifesto. Γράφει για το New Left Review, το MicroMega και την γερμανική Die Tageszeitung. Μεταξύ των βιβλίων του περιλαμβάνεται και το «The Pig and the Skyscraper», που έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.

[2] Το πρωτότυπο άρθρο δημοσιεύτηκε στο Sidecar του New Left Review τον Απρίλιο του 2021 με τον τίτλο “Scientists or Experts?”, σε αγγλική μετάφραση του Francesco Anselmetti. Δημοσιεύεται εδώ στα ελληνικά με την άδεια του NLR. Διαθέσιμο: https://newleftreview.org/sidecar/posts/scientistsor-experts

[3] https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/001632879390022L

[4] https://steps-centre.org/blog/postnormal-pandemics-why-covid-19-requires-a-new-approach-toscience/

[5] http://bostonreview.net/science-nature/alex-de-waal-new-pathogen-old-politics

[6] https://newleftreview.org/issues/ii125/articles/susan-watkins-politics-and-pandemics

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου


ΑΛΛΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ